Ένας αληθινός «Ψεύτης Καιρός»

Σαρωτική «Εισβολή!» από την ομάδα «Mammals» στα θεατρικά πράγματα

Πρωταπριλιά 2017 κι όμως, ήταν αλήθεια, ήταν εκεί, στο Fix Factory of Sound, το Σάββατο 1η του Απρίλη. Με αυτά πάνω κάτω τα λόγια μας καλωσόρισε ο Γιάννης Κότσιρας στην παρουσίαση του νέου του δίσκου στην πόλη μας, ενός δίσκου που μάλιστα, όπως ο ίδιος μας είπε, γιόρταζε κιόλας τη μέρα αυτή, μιας και το όνομα του είναι «Ψεύτης Καιρός».

Δύσκολο να συμμετάσχουμε όσο ερμήνευε τα καινούρια του τραγούδια, μα πρέπει και αυτά να παρουσιαστούν, να τα ακούσουμε για να τα μάθουμε σιγά σιγά, πριν αρχίσει να μας λέει τα παλιά του, εκείνα που περιμέναμε…

Ήδη αγαπήσαμε το «Κάθε Φορά» ενώ σιγοτραγουδάμε το «Ποιο Παραμύθι να βρω» ή, όπως μας εξομολογήθηκε ο Γιάννης, «το τραγούδι του μπέμπη», του γιου του, ο οποίος μάλλον υπήρξε ο πρώτος φαν του τραγουδιού, καθώς στο άκουσμα του όχι απλά ηρεμούσε αλλά κουνούσε και το κεφάλι του στον ρυθμό – λογικό, μιας και το τραγούδι μοιάζει πράγματι με πολλά υποσχόμενο παραμύθι…

Πέρα από αυτά τα δύο, προσωπικά λάτρεψα ήδη το χασάπικο «Έρωτας Καπνός» – τραγούδι που του έστειλε ένας φοιτητής παιγμένο στο πιανάκι, κάπου στο εξωτερικό, και όταν το άκουσε έτοιμο αναφώνησε απλά «Ωχ! Το τραγούδι έπαθε Κότσιρα»! Ακόμα, ξεχώρισα το «Δεν έχω λόγια να σου πω» – ένα ροκ ζεϊμπέκικο που έγραψαν οι Αντώνης Μιτζέλος και ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος, και κάτι μου λέει ότι ο στίχος «έχω σαράντα πυρετό και σένα να ξεχάσω» θα γίνει διαχρονικός…

Στη συνέχεια, πέρασε στα παλιά δικά του τραγούδια, στα «Εφτά ποτήρια», το «Σεντόνι» και το «Να μ’ αγκαλιάζεις», όπου μας συμβούλευσε να αγκαλιαστούμε με τον διπλανό μας, και ας μη γνωριζόμαστε, μια και «αν δεν γνωρίζεστε ήδη, μέχρι το τέλος της βραδιάς θα γνωριστείτε, ξέρετε πόσους έχω παντρέψει εγώ μ’ αυτό το τραγούδι;»

Η βραδιά περιλάμβανε και την παρουσίαση μιας νέα τραγουδίστρια με φοβερή φωνή, την Βιολέτα Ίκαρη, που ερμήνευσε μαζί του το «Όπου πας θα σε κοιτάζω» και στη συνέχεια άλλα γνωστά και αγαπημένα μας τραγούδια

Δεν αργήσαμε να… μερακλώσουμε όταν ο Γιάννης έκατσε στην καρέκλα του και μετέτρεψε το Fix σε παλιά μουσική σκηνή, με τον Θανάση, το άγαλμα, το ελεύθερο πουλί, της γυναίκας την καρδιά που είναι μια άβυσσος, την γυναίκα την φίνα και ντερμπετέρισσα, τον άνδρα που είναι άνδρας και το κέφι του θα κάνει, την αφιλότιμη, και δεκάδες ακόμα τραγούδια ενώ το κομμάτι αυτό έκλεισε με ένα τραγούδι μαζί με την ιστορία του: Κάθε φορά που ο πατέρας του μικρού τότε Γιάννη, ναυτικός, ασυρματιστής στο επάγγελμα, έπρεπε πια να φύγει για να μπαρκάρει, την τελευταία μέρα το πικάπ έπαιζε ξανά και ξανά, και η μαμά του τραγουδούσε συνεχώς το «Σταμάτησε του ρολογιού τους δείχτες….»

Ξεσηκωθήκαμε με τον τούρκο του Λαυρέντη, γυρίσαμε στις εποχές των πάρτυ του Λουκιανού, με τα θερινά τα σινεμά αλλά και με τα νέα μέτρα που δεν μας τρομάζουν και ας έγιναν πια νέα… μνημόνια – όπως τραγούδησε πολιτικά μιλώντας ο ερμηνευτής… Δε θα μπορούσε να λείπει η Ρόζα, τα Λαδάδικα και ένα μικρό αφιέρωμα στον πάντα γελαστό και μεγαλύτερο πιθανότατα άντρα της ελληνικής μουσικής, τον Δημήτρη τον Μητροπάνο, που κανείς πια δεν ξεχνά να συμπεριλάβει στις εμφανίσεις του, ίσως σαν φόρο τιμής για όλα όσα πρόσφερε στους φίλους και συναδέλφους του.

Η βραδιά οδηγήθηκε προς το τέλος της με το Έτσι κι Αλλιώς μα δεν μας ήταν αρκετή και ο Γιάννης Κότσιρας επανήλθε στη σκηνή για να μας κάνει να συγκινηθούμε, να δακρύσουμε, να μελαγχολήσουμε με τον φύλακα – άγγελο, την Αλεξάνδρεια – από την οποία κρατάνε οι ρίζες της μητέρας του, όπως ανακάλυψε όταν πρωτοσυναντήθηκε με την Ευανθία Ρεμπούτσικα – το σεντόνι, το τσιγάρο και τις τυφλές ελπίδες – αφού χαριτολογώντας σχολίασε πως όσο πιο θλιμμένο είναι ένα τραγούδι, όσο μιλάει για χωρισμούς, διαζύγια, θανάτους και αποχαιρετισμούς, τόσο χαιρόμαστε να το ακούμε και δε χορταίνουμε να ακούμε τέτοια…

Και λίγο πριν μας χαιρετήσει, είπε να μας κάνει και μάθημα στίχων του «Πώς μπορώ;» – αφού φυσικά όταν μας άφησε να το πούμε μόνοι μας, του αλλάξαμε τα φώτα, ποιος άραγε το έχει τραγουδήσει ποτέ ολόσωστα; –οπότε πρότεινε να μας κρατήσει εκεί, μέχρι να το πούμε σωστά, με σταδιακή καθοδήγηση φυσικά!

Και έκλεισε τη βραδιά, θυμίζοντας μας πως αυτό που τελικά χρειαζόμαστε, ψάχνουμε και αναζητάμε όλοι μας είναι τον άνθρωπο εκείνον που κάθε φορά που τελειώνει ο κόσμος, όταν θα κλαίμε, θα μας γελά και μέσα στο αυτί θα μας τραγουδά τραγούδια που αγαπάμε….

Πρώτη φορά τον άκουσα live τον Γιάννη – ποιος μας δίνει το δικαίωμα της τόσης οικειότητας όταν αναφερόμαστε στους τραγουδιστές που αγαπάμε στον ενικό; Είναι ίσως η αίσθηση ότι τραγουδάνε όσα έχουμε μέσα μας, στην ψυχή και το μυαλό μας, οπότε πώς να τους θεωρήσεις ξένους αν ξέρουν τόσο καλά τι σκέφτεσαι; – και ήταν μια πραγματικά υπέροχη βραδιά, μια βραδιά με τραγούδια, λέξεις, ιστορίες, δάκρυα, χιούμορ, μια βραδιά με ατμόσφαιρα και αισιοδοξία – αντίδοτο στον Ψεύτη Καιρό που ζούμε…