Δείπνο με… Imam Baildi

Είδαμε και ακούσαμε τη συναυλία του συγκροτήματος στη Θεσσαλονίκη

Αν με ρωτούσες πριν λίγο καιρό ποιοι είναι οι Imam Baildi, θα απαντούσα «δεν είναι το συγκρότημα που έχει κάνει διασκευή σε παλιά τραγούδια, όπως είναι ο Πασατέμπος και το Πόσο λυπάμαι»; Και σε μερικά ακόμα, όπως ανακάλυψα αφού έπεσε στο τραπέζι η πρόταση να πάμε στο live τους… Έτσι πήγα, προετοιμασμένη γι’ αυτό ακριβώς: να ακούσω παλιά, αγαπημένα τραγούδια σε διασκευή.

Η ουρά έξω από το Block 33 μεγάλη και οι πόρτες άνοιξαν μετά τις 9μιση… Ο χώρος όχι ιδιαίτερα μεγάλος – όπως αποδείχθηκε ακόμα περισσότερο στη συνέχεια, αφού ήταν ασφυκτικά γεμάτος, τουλάχιστον για τους όρθιους, οι καθήμενοι ήταν αρκετά πιο άνετα.

Την έναρξη του live έκανε το συγκρότημα των Polkar, με δικά του τραγούδια αλλά κατά κύριο λόγο, ερμηνεύοντας διασκευές παλιών γνωστών τραγουδιών, βάζοντας μας σιγά σιγά στο κλίμα για αυτό που θα ακολουθούσε.

Οι Imam εμφανίστηκαν στην σκηνή λίγο μετά τις 11, καλωσορίζοντας μας στα 10α γενέθλια τους, στην πόλη απ’ όπου ξεκίνησαν. Η μουσική τους, ένας συνδυασμός λαϊκής – παραδοσιακής – ρεμπέτικης – latin – hip-hop ήχων, ξεσήκωσε εύκολα το κοινό, που συμμετείχε στην όλη διάθεση, με τον MC Yinca να κάνει τα φωνητικά και να δίνει στην συναυλία μια πιο ραπ διάσταση – πράγμα που προσωπικά με κούρασε, μιας και προτίμησα εξ’ αρχής τα πιο… ήρεμα τραγουδάκια, με τις ενδιαφέρουσες διασκευές τους.

Η Ρένα Μόρφη, η τραγουδίστρια του συγκροτήματος, έκλεψε τις εντυπώσεις. Μας μετέφερε στην εποχή του παλιού ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, εκείνη που όταν ο Παπαγιαννόπουλος, ο Φωτόπουλος, Σταυρίδης, ο Κωνσταντάρας, ο Λογοθετίδης και ο Μακρής, έλεγαν «Πάμε Μπουζούκια» εννοούσαν τις πίστες όπου τραγουδούσαν η Μαίρη Λίντα με τον Μανώλη Χιώτη, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Βασίλης Τσιτσάνης, η Σωτηρία Μπέλλου, η Μαρινέλλα, η Καίτη Γκρέυ, η Βίκυ Μοοχολιού. Μας θύμισε πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, μερικά τραγούδια είναι και θα παραμείνουν κλασσικά, αγαπημένα, διαχρονικά. Μάλιστα, ίσως για να δώσει περισσότερη έμφαση στην διάσταση αυτή, στο δεύτερο μέρος του προγράμματος, αμέσως μετά το διάλειμμα, εμφανίστηκε ως «ντίβα» των μπουζουκιών αλλοτινών εποχών.

Μετά από αυτό, το live συνεχίστηκε στον ίδιο ρυθμό, με εναλλαγές rap – φωνητικών και latin μουσικών επιλογών, ενώ αξίζει φυσικά να αναφέρουμε ότι παρουσιάστηκαν και δύο από τα τραγούδια του νέου δίσκου των Imam Baildi, που ετοιμάζεται και πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει.

Η συναυλία τελείωσε κάπου εκεί και η μπάντα αποσύρθηκε στα παρασκήνια, για να επανέλθει –μετά από αίτημα του κοινού, όπως φάνηκε, αν και μάλλον ήταν προγραμματισμένη επιστροφή – αφού στο φινάλε αυτό ερμήνευσε δύο από τις πιο γνωστές της διασκευές, τον «Πασατέμπο» και το «Πόσο Λυπάμαι» και στη συνέχεια οι αδερφοί Φαληρέα μας είπαν δυο λόγια για τα «γεννητούρια» των Imam Baildi, δέκα χρόνια νωρίτερα.

Συνολικά μιλώντας, θα έλεγα ότι ήταν μια ιδιαίτερη βραδιά. Οι προσδοκίες μου δεν επαληθεύτηκαν στο ακέραιο και με κούρασε αρκετά η πολύ έντονη προσπάθεια ξεσηκώματος του κοινού σε συνδυασμό με τον ήχο του μαγαζιού που δεν ήταν αρκετά καθαρός. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό το ότι οι διασκευές παλιών τραγουδιών σε ήχους μοντέρνους, φέρνει τα τραγούδια αυτά ξανά στο προσκήνιο και τα κάνει γνωστά σε παρέες δεκαπεντάρηδων και εικοσάρηδων που ως τώρα μπορεί να τα θεωρούσαν ακούσματα μόνο για γονείς και παππούδες. Γενικότερα, μου άρεσε πολύ η αίσθηση μεταφοράς σε άλλους χρόνους, εποχές και τρόπους διασκέδασης, γι’ αυτό και θα ήθελα να έχει κρατήσει περισσότερο και να αποτελούσε ένα μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας.

Όπως και είπε και μια φίλη από την παρέα: «Αλλιώς ξεκίνησαν και κάπως αλλιώς τους βγήκε, δέκα χρόνια μετά, είτε ηθελημένα, είτε άθελα τους». Δε μπορώ να το επιβεβαιώσω μιας και πρώτη φορά τους άκουσα και, μπορεί να είχα άλλες προσδοκίες μα σίγουρα δε θα έλεγε κανείς ότι ήταν μια βαρετή βραδιά, κάθε άλλο μάλιστα…