Ο Στάθης Παχίδης «πήρε πράσινα γυαλιά» (video)

Τραγουδά στη «Βεντέτα» «κι όλα γύρω του ΠΑΣΟΚ τα βλέπει»

Αυτοπροσδιορίζεται ως «τραγικά εμπειρικός». Υπεκφυγή του είναι. Εγώ που τον ξέρω καλά τον έχω για «τραγικά ρομαντικό». Κυρίες και κύριοι, ο Στάθης Παχίδης είναι ένας καλός δικηγόρος αλλά ένας «τραγικός δημοσιοσχεσίτης».

Τον φιλοξενούμε στις συνεντεύξεις του Σάρωθρον γιατί ανεβάζει στη «Βεντέτα» μια καινούρια παράσταση, ένα «ΠΑΡ-ΩΔΕΙΟΝ» με τραγούδια που θα τα ακούσετε και δε θα τα αναγνωρίσετε.

Αντε καλά ψέματα: τον φιλοξενούμε γιατί είναι φίλος, γιατί τον αγαπάμε και γιατί σε μια σειρά από επιλογές θα θέλαμε να του μοιάσουμε: Γιατί έμεινε στη Θεσσαλονίκη, γιατί δεν ψωνίστηκε, γιατί αγαπά τους παλιούς δημιουργούς, γιατί τον γουστάρουν οι πιτσιρικάδες μουσικοί, γιατί είναι «καθαρός», χωρίς κολλητιλίκια και εύκολα φράγκα, γιατί έχει φωνάρα, γράφει εκπληκτικές μελωδίες και εκείνο το «Η Γκιουλμπαχάρ δε μένει πια εδώ» ή το «Κάτι ψεματάκια» είναι τραγούδια που δεν βγαίνουν τυχαία και θα μπορούσαν να αλλάξουν τις ζωές κάποιων ανθρώπων.

Αν σου το έκανε κάποιος άλλος αυτό, να πάρει δηλαδή τα τραγούδια σου και να τα κάνει χιουμοριστικά, θα το δεχόσουν;

«Θα σου πω πως ξεκίνησε αυτό το παιχνίδι και θα καταλάβεις. Ένα βράδυ με τον κουμπάρο μου, τον Θοδωρή τον Αθερίδη, τηλεφωνικά κάναμε πλάκα και ξεκινήσαμε να πειράζουμε ένα ποίημα. Ηταν το «Ένα μαχαίρι», του Καββαδία. Δε θα πω τι το κάναμε, του αλλάξαμε τα φώτα και μέχρι τα ξημερώματα πεθάναμε στο γέλιο. Την επομένη λοιπόν κάναμε μια κουβέντα πάνω σε αυτό που ρωτάς, αν δηλαδή νομιμοποιούμαστε να πειράζουμε πράγματα που πολλά είναι και «ιερά και όσια» τραγουδιστικά. Θα θυμηθώ εκείνη τη ρήση του Χατζιδάκι που λέει πως οι έξυπνοι δανείζονται και οι μη ταλαντούχοι κλέβουν. Εμείς, λοιπόν, δεν κλέψαμε, δανειστήκαμε και αυτό που δικαιώνει το «ΠΑΡ-ΩΔΕΙΟΝ» είναι το εύρημα νέων στίχων πάνω σε 24 γνωστά τραγούδια. Επειδή ρωτάς λοιπόν αν θα με πείραζε να μου το έκαναν και μένα, θα σου πω όχι. Ακόμα κι αν το αποτέλεσμα που θα ακούσω πάνω σε ένα δικό μου τραγούδι είναι πολύ παραμορφωτικό της αρχικής μου πρόθεσης, δε θα ενοχληθώ γιατί θεωρώ πως το παιγνιώδες είναι βασικό στοιχείο της ζωής μας ακόμα κι αν το κάνουμε για πράγματα ανέγγιχτα και ιερά».

Με τους «Αγαμους» δημιουργήσατε μια ολόκληρη σχολή χιούμορ, ένα στυλ. Δεν ακούς σήμερα ένα αστείο, ένα λογοπαίγνιο και να πεις «δικό μας είναι αυτό»;

«Ακούω και το σκέφτομαι, ναι. Δεν ξέρω αν κάναμε σχολή αλλά αυτό το στυλ επειδή έγινε αποδεκτό από τον κόσμο είναι πλέον του κόσμου. Αυτό που κάνω τώρα στο «ΠΑΡ-ΩΔΕΙΟΝ», βέβαια, είναι διαφορετικό. Ξεκινά από την επιθεώρηση αλλά χρησιμοποιεί μουσικές και τραγούδια τα οποία η επιθεώρηση εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να τα πλησιάσει γιατί είναι της «εδώ όχθης».

Πως τα πλησιάσατε τα τραγούδια για να τους αλλάξετε τα φώτα;

«Σε κάθε ένα από αυτά υπάρχει ένα στιχουργικό εύρημα. Αν δεν υπήρχε δεν το ακουμπούσαμε το τραγούδι. Έπειτα υπάρχει ένα σενάριο κάθε φορά, ένα κειμενάκι 30 δευτερολέπτων που εισάγει τον ακροατή σε αυτό που θα ακολουθήσει. Υπάρχει φυσικά και ένα γενικό πνεύμα που είναι το «παιδιά, τόσα χρόνια λάθος ξέρατε τους στίχους των τραγουδιών αλλά ευτυχώς εμείς ανατρέχουμε στην πρώτη γραφή και σας τα παρουσιάζουμε όπως είναι πραγματικά». Η Λυδία Ελιόγλου, φίλη μου φιλόλογος από την Καβάλα, με βοήθησε πολύ σε αυτό. Βεβαίως η αποθέωση γίνεται με το «Μαμά γερνάω», το οποίο γίνεται «Μαμά κερνάω», αντιστρέφοντας πλήρως το ρόλο και το σενάριο».

Πόσο σημαντικό είναι να έχεις καλή ομάδα μουσικών όταν στήνεις τέτοιο ανατρεπτικό εγχείρημα με διασκευές και με διάθεση για χιούμορ, για παρέα;

«Είναι το πιο σημαντικό και το πιο δύσκολο. Πρόσφατα σε μια αντίστοιχη ερώτηση έλεγα πως η μουσική είναι ομαδικό άθλημα, όχι ατομικό. Δυστυχώς σε μουσικούς άνω των 30, όχι πολύ μικρούς δηλαδή, βλέπω μια τάση ατομικότητας. Στη δική μου την περίπτωση, ευτυχώς, υπήρχε μεγάλη διάθεση συμμετοχής από παιδιά με τα οποία έχω συνεργαστεί κατά καιρούς και οι οποίοι είναι πάρα πολύ καλοί μουσικοί. Πρέπει να πω ότι ουσιαστικά επέλεξαν να έρθουν μαζί μου χάνοντας χρήματα από αλλού, μόνον και μόνον για τη χαρά του να το κάνουμε. Επίσης οφείλω να τονίσω τη συμμετοχή της Δέσποινας Σκέντου η οποία είναι βιολίστρια αλλά είχαμε συνεργαστεί παλαιότερα και είχα δει σε αυτήν ένα ταλέντο τραγουδίστριας χωρίς πόζα και ναρκισσισμό. Ημουν σίγουρος όταν την πήρα τηλέφωνο και ήπιαμε καφέ πως μπορεί να τραγουδήσει στο πρόγραμμα αυτό γιατί δεν είχε την πόζα της τραγουδίστριας και ήταν διατεθειμένη να τσαλακωθεί. Για να επιστρέψουμε στην έννοια της ομάδας, θεωρώ πως στη Θεσσαλονίκη ακόμη λειτουργεί αυτό. Μπορούμε να στήνουμε ορχήστρες. Όταν είδαν αυτό που στήσαμε, διάφοροι φίλοι μου είπαν «μα καλά, πάλι υπερπαραγωγή κάνεις;» Ετσι έχουμε μάθει, τι να κάνουμε…»

Στους «Αγαμους» έγραφες στίχους και μουσική, είχες την μουσική επιμέλεια. Νιώθεις να εισέπραξες μικρότερο μερίδιο επιτυχίας από τα παιδιά που έκαναν μετά τηλεόραση;

«Οχι. Και θα στο θέσω ως εξής για να το καταλάβεις. Εμένα ήταν άποψη ζωής το να μην πάω μόνιμα στην Αθήνα. Ηταν προσωπική επιλογή για προσωπικούς λόγους. Απλά πράγματα. Το μόνο που δεν πρόβλεψα ήταν η κατάρρευση της δισκογραφίας. Δεν περίμενα να ακουστεί με τόσο κρότο».

Πίστεψες ότι μπορείς να μείνεις στη Θεσσαλονίκη και να είσαι αυτάρκης;

«Ναι. Ηθελα να μείνω εδώ και να κάνω ακριβώς το ίδιο. Αλλά σύντομα στη δισκογραφία τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Επίσης, επειδή οφείλω να είμαι ειλικρινής, πλήρωσα και μια δική μου εμμονή. Δεν έδινα εύκολα τραγούδια μου σε άλλους. Εχω δώσει ελάχιστα και αυτό ήταν λάθος μου γιατί υπήρχαν κάποιες προτάσεις που άξιζαν τον κόπο. Εγώ όμως δεν έχω το ταλέντο του αυλικού. Υπήρξαν προτάσεις για τις οποίες είδα ότι τα πράγματα λειτουργούσαν με έναν τρόπο που με απώθησε. Δεν μπορούσα να είμαι αυλικός κανενός. Εντέλει νομίζω ανήκω στην κατηγορία των πραγμάτων που επειδή έμειναν μακριά από το προσκήνιο και κυρίως από την τηλεόραση, δυσκολεύτηκαν να επωαστούν. Δεν το μετάνιωσα γιατί αποδείχτηκε πως όσα προέβαλε η τηλεόραση, είχαν και ημερομηνία λήξης. Μπορεί κάποια πράγματα να ήταν εύκολα αποτιμητά σε δόξα και σε χρήμα, ωστόσο αυτό που μετράει είναι η προβολή στο χρόνο».

Τι σε ικανοποιεί περισσότερο στη δουλειά σου σήμερα;

«Το ότι κάνω παρέα με τύπους under thirty. Δεν παλεύεται αυτό φίλε. Είναι το μεγαλύτερο βραβείο όλων των χρόνων για μένα. Είναι συναρπαστική η γενιά των Ελλήνων της κρίσης. Εχω άποψη γι αυτό και είναι η μόνη μου αισιοδοξία».

Ενας καλλιτέχνης σαν εσένα που ξεκίνησε να βγάζει δίσκους σε βινύλιο, πώς βλέπει την κατάσταση σήμερα στην εποχή του youtube και του i-tunes;

«Οι Αγαμοι πρέπει να είμαστε οι τελευταίοι, ίσως μαζί με τον Αλκίνοο και κάνα δυο τρεις, που πληρωθήκαμε για να υπογράψουμε. Μετά αυτό πέθανε. Εγιναν τεράστιες αλλαγές, τι μπορείς να κάνεις; Προσαρμόζεσαι στα νέα δεδομένα και προσπαθείς να βρεις τους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό. Εμένα με βοήθησε το «Alcohol is free» να βρω το κοινό το κάτω των 30 το οποίο ανακάλυψε μαζί με την επιτυχία αυτή και όλο το παλαιότερο υλικό μου. Είναι χαρά μου να επικοινωνώ με αυτό το κοινό αλλά και να δουλεύω με μουσικούς αυτής της ηλικίας».

Αυτήν την επιτυχία του τραγουδιού και την παρουσία του στη Γιουροβίζιον, πως την αντιμετώπισες;

«Κράτησα τις αποστάσεις μου. Πολλοί δεν ξέρουν καν ότι οι στίχοι είναι δικοί μου. Ηταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής ο Αγάθωνας να παίξει τον ρόλο του αλεξικέραυνου για να μπορέσουν όσο ήταν δυνατόν τα παιδιά να βγούνε ανέπαφα από αυτήν την ιστορία. Βγήκε αυτό το σενάριο. Πέτυχε. Εγώ έμεινα πίσω και το χάρηκα πολύ. Ετσι κι αλλιώς ο στιχουργός είναι λίγο πίσω. Το τραγούδι πέρασε στον κόσμο, πούλησε στο εξωτερικό και αυτήν την στιγμή που μιλάμε κυκλοφορεί σε μια παραγωγή του Ρόμπερτ Σόκο, ενός Dj από το Βερολίνο, στην Ιαπωνία και στην Αμερική. Τώρα, τι θα καταλάβει ο Γιαπωνέζος όταν θα ακούει «η πλώρη μας τραβάει για Γρεβενά», είναι ένα θέμα αλλά το καταγουστάρω».

Επιστρέφω στους «κάτω των 30» γιατί έτσι κι αλλιώς η συνέντευξη είναι στο ίντερνετ και καταλαβαίνεις πως περισσότερο αυτοί θα την διαβάσουν ή κάτι αργόσχολοι συνομήλικοί σου…

«Αν ξαναφήσεις υπονοούμενο για την ηλικία μου θα σηκωθώ να φύγω, στο λέω».

Από αυτούς τους νεαρούς συναδέλφους σου μουσικούς, ξεχωρίζεις κάποιους;

«Το βασικό προσόν αυτών των παιδιών είναι ότι είναι πολύ καλύτερα εκπαιδευμένοι και μορφωμένοι από μας μουσικά και μουσικοτεχνολογικά. Εμείς μάθαμε λίγο στου κασίδη το κεφάλι. Είμαστε τραγικά εμπειρικοί, που έλεγε και ο Σεφέρης. Επίσης τα παιδιά αυτά δεν ξεκινάνε με τις ιδεοληψίες που είχαμε εμείς παλιά και δεν υπερισχύει στη λογική τους και ο «ταπαιρνισμός», αφού λεφτά δεν υπάρχουν σε καμία περίπτωση. Το έλλειμμα που εντοπίζω είναι η σχέση τους με τον λόγο. Με πλησιάζουν πιτσιρικάδες και μου λένε έχω κάνει αυτές κι αυτές τις σπουδές. Μένω με ανοιχτό το στόμα. Μετά με ρωτάνε τι να κάνουν για να γράψουν τραγούδια. Τους λέω να κάνουν αυτό που δεν τους μαθαίνουν στα ωδεία. Να διαβάσουν ποίηση. Να ξεστραβωθούν. Η τραγουδοποιία είναι ύπουλο πράγμα. Είναι έξι εφτά παράγοντες που για να βγει ένα τραγούδι πρέπει να λειτουργήσουν όλοι, από τον ηχολήπτη μέχρι τον τραγουδιστή κι όλοι αυτοί σαν ομάδα με τον συνθέτη και τον στιχουργό. Τα παιδιά που έχουν μια άνεση και έχουν διαβάσει, είναι αυτά που θα καταφέρουν και θα γράψουν».

Ονόματα έχεις να μας πεις;

«Εχω να το λέω ότι είμαι διαδικτυακός φίλος με τη Μαρίνα Σάττι που μου έστελνε εδώ και χρόνια τις πρώτες της απόπειρες και έμεινα με το στόμα ανοιχτό και από τις σπουδές του παιδιού και από τον τρόπο που προσέγγιζε τη μουσική. Ψάχνω πράγματα και μού ‘ρχονται πράγματα από νέους μουσικούς. Θα μπορούσα να σας πω 30 ονόματα αλλά τα πρώτα που σκέφτομαι τώρα είναι του Νικόλα του Αναδολή, του γιου του παλιού ντράμερ, που έχει κάνει καταπληκτικά πράγματα αλλά και του Λέανδρου Πασσιά, 24χρονου με τον οποίο έχω παίξει μαζί κι έχει κάνει μια δουλειά με ένα τζαζ τρίο υποδειγματικότατη. Επίσης υπάρχει ο Αντώνης Σουσάμογλου, οι αδελφές Βουγιουκλή, οι VIC και σίγουρα ξεχνώ κι άλλους. Κι έρχονται κι άλλα παιδιά. Μου αρέσουν οι απόπειρες, λόγω ανάγκης, με πολύ λίγα όργανα, λιτές. Αλλάζει ο ήχος αλλά υπάρχει ποικιλομορφία. Την δυναμική μετά θα τη δώσει ο λόγος. Οποιος μπορέσει να εκφράσει αυτό το χάος που ζούμε μέσα στην κρίση, θα είναι και ο κερδισμένος της επόμενης μέρας. Δεν γίνεται τα νέα παιδιά να μην εκφραστούν. Θα εκφραστούν. Αν δεν το πουν θα σκάσουν. Αυτό είναι και το βασικό κίνητρο του κάθε δημιουργού. Ολα τα υπόλοιπα, χρήμα, δόξα, φιλοδοξία, είναι να ‘χαμε να λέγαμε».

Θα μπορούσες να γίνεις αντιδήμαρχος πολιτισμού;

«Βαριέμαι. Μου έχει γίνει πρόταση στο παρελθόν να ασχοληθώ με την πολιτική και αρνήθηκα γιατί, περνώντας τα χρόνια, έχω αποκτήσει πλέον μια αίσθηση της μοναδικότητας του χρόνου. Δεν είναι ότι μεγαλώνω ή φοβάμαι ότι φεύγω. Δεν έχω τέτοιες φοβίες. Προσπαθώ τον χρόνο να τον θεωρώ πολύτιμο και να τον αξιοποιώ όσο γίνεται καλύτερα. Ολο αυτό το γραφειοκρατικό που έχει η ενασχόληση με την αυτοδιοίκηση, οι συνεδριάσεις για παράδειγμα ή ακόμα και η Βουλή των Ελλήνων, για μένα είναι ένας χρόνος χαμένος. Επίσης θεωρώ πως οι άνθρωποι που ασχολούνται με την πολιτική, επειδή ακριβώς χρειάζονται στον τόπο, θα πρέπει να τρέφονται από αυτό. Εμένα, μεταφορικά το λέω, με τρέφουν άλλα πράγματα. Ξέρω, λόγο και των σπουδών μου τι σημαίνει η τεχνική της εξουσίας. Είναι πολύ δύσκολο και θέλει τεράστια προσπάθεια».

Τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, τον Γιάννη Μπουτάρη, πως τον κρίνεις; Είναι πλέον κάτι παλιό;

«Οχι. Ελεγα πριν για την αξία του ομαδικού αθλήματος. Και η ζωή και η μουσική και ο Δήμος είναι ένα ομαδικό άθλημα. Ο κύριος Μπουτάρης είναι ένας καταπληκτικός περφόρμερ, μπροστινός. Δεν ξέρω κατά πόσο η ορχήστρα που έχει δίπλα του ήταν αυτή που θα μπορούσε να τον στηρίξει στην προσπάθεια, καθώς επίσης και αν ήταν όσο θα έπρεπε να είναι αποτελεσματικός στα μικρά και καθημερινά προβλήματα που κάνουν πιο δύσκολη τη ζωή μας και πιο άσχημη την πόλη. Δε νομίζω πως η πόλη πήγε μπροστά στην καθαριότητα, στους κοινόχρηστους χώρους, στο θέμα του πάρκινγκ, σε όλα τα μικρά που μας ταλανίζουν κάθε μέρα. Η λάμψη και η αύρα του Μπουτάρη δεν είχε να κάνει με αυτά τα καθημερινά».

Είναι καλός ή κακός δήμαρχος;

«Εξακολουθώ να πιστεύω πως είναι ένας καλός δήμαρχος. Δεν είναι κάτι παλιό για την πόλη. Πρέπει να επαναπροσδιορίσει την ομάδα του. Δεν ξέρω αν είναι εύκολο αυτό γιατί τα εγχειρήματα αυτού του είδους που ξεκινήσανε ομαδικά έχουν το στοίχημα της συνύπαρξης και της συνένωσης των δυνάμεων. Αυτό το πράγμα αν σπάσει δεν ξανακολλάει εύκολα».

Παρ’ ότι θεωρώ τον εαυτό μου φίλο σου, έχω χάσει κάπως τα παιδικά και εφηβικά μουσικά σου χρόνια. Αλήθεια, τι έκανες πριν τους «Αγαμους»;

«Είμαι τραγικά εμπειρικός. Πήγα κάποια χρόνια ωδείο αλλά ουσιαστικά μουσική έμαθα να παίζω στο πατάρι. Είχα καλούς συνεργάτες πάντα οι οποίοι λειτούργησαν ως δάσκαλοι, όπως κι εγώ σε αυτούς. Εχω να λέω ότι τον δρόμο Σαμπάχ τον έμαθα εγώ στον Γιώργο Ανδρέου ή έμαθα τον Ακη Πάνου στον Σταρόβα. Αλλά και ο Σταρόβας μου έμαθε πάρα πολλά πράγματα και ο Ανδρέου και ο Βαγγέλης ο Κοντόπουλος, όλη η παρέα εκείνης της εποχής».

Επαιζες στο σπίτι και μετά σε σχήματα με φίλους;

«Μετά από εκείνο το πρώτο κλασικό διάστημα που παίρνεις μια κιθάρα και την ξεφτιλίζεις παίζοντας με τις ώρες σπίτι σου, άρχισα να παίζω κανονικά στο πατάρι. Η πρώτη μου δουλειά ήταν σαν μπασίστας στα 18 μου, με το που πέρασα στο πανεπιστήμιο. Ηθελα λεφτά για να αγοράσω ενισχυτή μπάσου. Το μαγαζί ήταν ένα σκυλάδικο το οποίο δεν υπάρχει πλέον και το οποίο όταν το έμαθε ο παππούς του κολλητού μου που έπαιζε τύμπανα, του Βασίλη του Καλφόπουλου, ήρθε και μας μάζεψε μέσα στη νύχτα».

Πώς το έλεγαν το μαγαζί;

«Ζορμπάς. Ηταν απέναντι από τον σταθμό. Αστο, να μη σου λέω ιστορίες».

Μετά;

«Από εκεί και μετά είχα ευτυχείς συναντήσεις στη ζωή μου. Ο ένας συμφοιτητής με τον οποίο γνωριζόμαστε και συνεργαζόμαστε τότε ήταν ο Γιώργος Ανδρέου. Κάνουμε μαζί μπάντα και αρχίζει ένα γαϊτανάκι με ανθρώπους που έρχονται και προστίθενται. Είχαμε φτιάξει μια ορχήστρα από φοιτητές, αυτό δεν το ξέρεις. Τότε υπήρχαν ατζέντηδες μπουζουκιών. Ερχόντουσαν οι φίρμες στα βόρεια μόνον με τον μπουζουξή τους και θέλανε να παίξουνε σε διάφορα μαγαζιά της επαρχίας, άρα έπρεπε να υπάρχει μια έτοιμη ορχήστρα. Οι μουσικοί δούλευαν τότε έξι μέρες την εβδομάδα αλλά εμάς σαν φοιτητές μας βόλευε να δουλεύουμε τρεις μέρες, από Παρασκεύη ως Κυριακή. Φτιάξαμε λοιπόν την ορχήστρα εγώ και ο Ανδρέου και από εκεί πέρασαν ο Βαγγέλης Κοντόπουλος, ο Τάκης Κανέλος από τους Mode Plagal, ο Νίκος Καπηλίδης, ο Δήμος Δημητριάδης και πολλοί άλλοι γνωστοί σήμερα».

Ηταν σχολείο η επαρχία…

«Ηταν σχολείο οι μπουζουξήδες. Σπουδαίοι όλοι τους, φίρμες ή μη φίρμες. Εχω παίξει Παρασκευή – Σάββατο- Κυριακή με την Πόλυ Πάνου και μπουζουξή τον Γιάννη Μωραΐτη. Μπήκε μέσα και μας ψάρωσε με τη μία. Εχω παίξει με Γρηγόρη Μπιθικώτση και Γιάννη «σπόρο» Σταματίου. Ηρθε ο τύπος και μας έπαιξε μια Φραγκοσυριανή και στραβώσαν τα σαγόνια μας. Μετά γίναμε φίλοι με τον «σπόρο». Πήγαινα στην Αθήνα και τον έβλεπα, καλή του ώρα εκεί που είναι, ήταν μεγάλος».

Τραγουδούσες ή μόνον έπαιζες ως μουσικός;

«Εκεί στα 23 μου ξεκινάω να τραγουδάω και παράλληλα ξεκινά η εποχή των μαγαζιών της Θεσσαλονίκης. «Μουσική γωνιά», «Αντ’ αφτού», μαγαζιά στα οποία έπεφταν κορμιά. Εκεί λοιπόν, μαζί με Γιώργο Ανδρέου, Δημήτρη Σταρόβα, Ρούλα Μανισάνου, Ελένη Αντωνιάδου, Νίκο Καπηλίδη και τον Βαγγέλη Κοντόπουλο, στήνουμε το πρώτο Music Hall της Θεσσαλονίκης, το «Αβαντάζ» στην Αγίου Δημητρίου όπου γίνεται χαμός με 700 άτομα κόσμο καθημερινά. Θέλω να το πω αυτό γιατί ακούω διάφορα: ήταν η πρώτη φορά τότε που παίξαμε ελληνικό κινηματογράφο και μάλιστα πειραγμένο με μια σούπερ μπάντα και, για όσους το θυμούνται, κάναμε για δύο ολόκληρα χρόνια εξαήμερα με 700 άτομα. Εκεί κατάλαβα ότι δεν αντέχω την ιλουστρασιόν νύχτα».

Εκεί έρχονται και οι «Αγαμοι Θύται»;

«Ναι. Είναι η εποχή που προσπαθούμε να βάλουμε στην ομάδα και τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη αλλά οι μαγαζάτορες δεν μπορούν να καταλάβουν τι θέλουμε να κάνουμε. Δεν μπαίνει λοιπόν, οπότε όταν εγώ σταματάω από τη νύχτα, κάνω τον δίσκο με τους «Αλε Ρετούρ» και τον Γιώργο Ανδρέου κι έπειτα μπαίνουμε στη διαδικασία να στήσουμε την ιστορία των Αγάμων».

Πως βγήκε το όνομα των Αγάμων;

«Τότε ήμασταν άπειροι για το πως βγαίνει μια ορχήστρα που μάλιστα έχει κείμενα, πρόζα μαζί με μουσική. Είχε όλο το φόβο του πρωτομύητου καθώς δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο με διαδοχή μουσικής και κειμένων οπότε μας είχε πάρει η μπάλα από κάτω. Τελικά, μια βδομάδα πριν ξεκινήσουμε στο Υψηλό Βολτάζ, στη Μελενίκου, μάς λέει ο Ανδρέας Ανδρικόπουλος που είχε το μαγαζί: «ρε σεις κάπως πρέπει να σας λένε, πρέπει να βγάλουμε μια αφίσα, τι θα λέμε πάνω;»

Σας πίστευε;

«Μας είχε δώσει τα κλειδιά και μας είχε πει: «δεν σας βλέπω να πηγαίνετε αλλά επειδή είστε καλά παιδιά, πάρτε το μαγαζί και κάντε ό, τι θέλετε». Αρχίσαμε λοιπόν να πετάμε ονόματα. Τι «Ενωμένα Βουστάσια», τι «Συνεταιρισμός Καλλιτεχνών»…Επειδή συχνάζαμε στο Ντορέ είχαμε έναν φίλο γιατρό, φίλο και του Αγάθωνα, ο οποίος ήταν, όπως και ο Αγάθωνας, λεξιλάγνος. Ενα βράδυ λοιπόν, σε χρόνο ανύποπτο, χρόνια πριν, είχε πει το «Αγαμοι Θύται». Γελάσαμε τότε, ξεραθήκαμε αλλά το είχαμε κάνει delete. Το θυμότανε όμως ο Ιεροκλής και εκεί που λέγαμε τι θα βάλουμε στην μωβ αφίσα, είπε ο Ιεροκλής το «Αγαμοι Θύται». Ηταν μια αφίσα που έλεγε το όνομα και ημερομηνία 18 Οκτωβρίου 1990. Ετσι έγινε η ιστορία. Επί δύο χρόνια κανείς δεν ασχολήθηκε με το όνομα και όταν κατεβήκαμε στην Αθήνα, ξέρεις τώρα τους Αθηναίους σε αυτά τα πράγματα, έγινε ο χαμός».

Πες μας για το μαγαζί που θα παίξετε, για τη «Βεντέτα».

«Οι αδελφοί Χατζηδιάκοι το ανακαίνισαν και έκαναν καταπληκτική δουλειά εκεί. Είναι ένα μαγαζί που είναι μουσική σκηνή. Κάθεσαι καλά, ακούς καλά και είναι από τους λίγους χώρους που έμειναν στην πόλη γιατί σήμερα είναι πάρα πολύ δύσκολο όπως έγιναν τα πράγματα να κρατηθεί ένας χώρος».

Ο αριθμός των παραστάσεων είναι δεδομένος; Κυριακές θα παίζετε αλλά πόσες;

«Είναι ανοιχτό ακόμα το πόσες. Δε θέλω να προγραμματίσω γιατί ο Θεός γελάει αλλά έχω μια λίστα καλεσμένων φίλων που θα λένε κάθε φορά έξι – εφτά τραγούδια και βλέπουμε. Το πρόγραμμα είναι το εξής: ξεκινήσαμε με 24 παρ-ωδείες τραγουδιών, πήραμε δηλαδή διάφορα τραγούδια και τους αλλάξαμε τα φώτα στιχουργικά».

Δώσε λίγα ονόματα, λίγους αλλαγμένους τίτλους.

«Απ’ το «Δεν κάνουν τρίο στην Ελλάδα» ως το «Αγριογούρουνο που αντέχει» κι από το «Ολα σε κοιμίζουν» μέχρι το «Οι χωρίς money δε γιορτάζουνε ποτέ»… Είμαι πολύ περήφανος και για τη διασκευή που έκανα και «Πήρα πράσινα γυαλιά». Σαν σχόλιο για το ΠΑΣΟΚ αυτό. Οι θεματικές των τραγουδιών είναι δύο: η απονενοημένη συμβίωση και οι σχέσεις των ζευγαριών από τη μία και ο πολιτικός σχολιασμός από την άλλη. Βάζω και κάποια τραγούδια δικά μου, λίγα, όχι πολλά και έτσι πηγαίνουμε για τρεις και πλέον ώρες σε ένα κλίμα που καταλήγει στο τραγουδήστε μαζί μας το οποίο το χαίρομαι πολύ. Πρώτοι καλεσμένοι είναι οι Αγάθωνας Ιακωβίδης και Ηλίας Κόζας, την επόμενη εβδομάδα έχουμε τη Λίλα (Τρου Στόρυ) Σταμπούλογλου που την ξέρει ο κόσμος από την τηλεόραση και είναι μανούλα στο σταντ απ αλλά και την άλλη φίλη μου και φωνάρα της πόλης, την Εύη Σιαμαντά».

Info

“ΠΑΡ—ΩΔΕΙΟΝ”
Ορχήστρα πλήρες και μπαλέτο unpaiktable:
Στάθης Παχίδης: ιδέα, καλλιτεχν. επιμέλεια, στίχοι, κειμενάκια, τραγούδι.
Δέσποινα Σκέντου: Βιολί, τραγούδι.
Γρηγόρης Σημαδόπουλος: Πιάνο και μαεστρία.
Αλέκος Παπαδόπουλος: Τύμπανα και γοητεία.
Τραϊανός Αλμπανούδης: Μπάσο και ηρεμία.
Μανώλης Μπάσης: Μπουζούκι και τραγούδι.
Λυδία Ελιόγλου: Στίχοι και κειμενάκια.
SPECIAL GUESTS:
ΚΥΡΙΑΚΗ 22/1
ΑΓΑΘΩΝ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ – ΗΛΙΑΣ ΚΟΖΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 29/1
ΛΙΛΑ -true story- ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ — ΕΥΗ ΣΙΑΜΑΝΤΑ
ΒΕΝΤΕΤΑ
Διεύθυνση: Εθνικής Αμύνης 3
Τηλέφωνο Kρατήσεων:2310 234973
Ώρα έναρξης:21:00