Ο Θάνος Σταυρίδης τριγυρνά «με μια βαλίτσα όνειρα»

Τον συναντήσαμε λίγο πριν την επίσημη παρουσίαση του CD του

 

Συνέντευξη: στον Άκη Σακισλόγλου

Τον γνωρίσαμε ως το χαμογελαστό παιδί που έπαιζε ακορντεόν στους «Βόρειους Εταίρους» και στους «Καμπαρέ Μπαλκάν». Δικό μας παιδί, Θεσσαλονικιός!

Επειτα τον συναντήσαμε στην ορχήστρα του Σωκράτη Μάλαμα, του Μάκη Σεβίλογλου και πολλών ακόμα καλλιτεχνών.

Από την άλλη, όχι! Ο Θάνος δεν είναι απλά ένα παιδί που παίζει ακορντεόν αλλά ένας άνθρωπος που είναι συνυφασμένη η φιγούρα του με αυτό το υπέροχο μουσικό όργανο. Κάτι σαν προέκταση των χεριών του. Σαν μια βαλίτσα που κουβαλά πάντα μαζί του.

Τα παιδιά στο ΤΕΙ στην Αρτα είναι τυχερά που τους μαθαίνει να αγαπούν τη μουσική. Το ίδιο τυχεροί είναι και όσοι τον έχουν στην ορχήστρα τους αλλά και εμείς που έχουμε έναν χαμογελαστό φίλο.

Αφορμή για την κουβέντα μας είναι η κυκλοφορία του πρώτου CD του Θάνου Σταυρίδη με τίτλο «Με μια βαλίτσα όνειρα». Είπε θα το κάνει και το έκανε. Μας ταξίδεψε με τις μουσικές του, μας χάρισε 12 θέματα μοναδικά. Εγώ, βέβαια, είμαι ο λιγότερο αντικειμενικός για να μιλήσω γι αυτά. Θα σας προτρέψω, λοιπόν, να διαβάσουμε παρέα τις απόψεις του Θάνου για τη μουσική και θα σας προσκαλέσω να βρεθείτε μαζί μας την Κυριακή 30 Απριλίου στη «Βεντέτα» όπου και θα παρουσιαστεί η δουλειά του ζωντανά στο κοινό της Θεσσαλονίκης.

Παράξενο όργανο το ακορντεόν. Σαν ένα φορητό πιάνο με αέρα!

«Κάναμε πρόσφατα μια παρουσίαση σε ένα νηπιαγωγείο και πήγα με πολλά όργανα για να δείξω στα παιδιά τις οικογένειες των οργάνων, τα κρουστά, τα πνευστά, τα έγχορδα. Κάποια στιγμή παίρνω στα χέρια το ακορντεόν το ποίο έχει ένα σύστημα όπου πατώντας ένα κουμπί ακούγεται μόνον ο αέρας. Με το που ακούστηκε αυτό το «φου», εκεί που όλα μιλούσαν σταμάτησαν. Εντυπωσιάστηκαν. Δείχνει παράξενο, είναι και ογκώδες. Τώρα, πως αυτό εμένα μου έκανε κλικ, αυτό δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Το ακορντεόν είναι η ζωή μου και όπως το σαλιγκάρι γυρνάει με το σπίτι του στην πλάτη, εγώ γυρνάω τον κόσμο με το όργανο».

Ξεκίνησες από προάστιο της Θεσσαλονίκης, για να μην πω επαρχία. Ηταν δυσκολότερο;

«Καλά το είπες, επαρχία είναι ο Λαγκαδάς και ειδικά τη δεκαετία του ’80 ήταν ακόμα περισσότερο. Αν όταν ξεκίνησα δεν υπήρχε δάσκαλος στο Λαγκαδά, δεν θα ήταν εύκολο να κατεβούμε στη Θεσσαλονίκη. Ηταν ολόκληρο ταξίδι γιατί δεν ήταν καν φτιαγμένος ο δρόμος στο Δερβένι. Κάναμε 40 – 45 λεπτά με το ΚΤΕΛ για να κατεβούμε κέντρο. Ευτυχώς υπήρχε δάσκαλος εκεί και ξεκίνησα».

Ησουν εκείνο το παιδί που λένε «το έχει με τη μουσική» και «να το βοηθήσουμε»;

«Εγώ το ζήτησα. Το ακορντεόν ήταν επιλογή μου. Την πρώτη φορά που με πήγαν να διαλέξω παιχνίδι για τις γιορτές των Χριστουγέννων, με έφεραν στο κέντρο της πόλης, στο Νίκο με τα παιχνίδια και δίπλα ήταν ο Ανθομελίδης. Εγώ κόλλησα στη βιτρίνα του Ανθομελίδη, είδα το ακορντεόν και είπα ότι αυτό θέλω. Μετά ήμουν όλη μέρα με το ακορντεόν στο χέρι».

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και από μαθητής έγινες καθηγητής. Τι λες στα νέα παιδιά, δεδομένου πως η κρίση είναι τεράστια και οι προοπτικές εργασίας μικρότερες από παλιά;

«Τι να τους πω… έτσι κι αλλιώς η κρίση δεν έχει να κάνει μόνο με τη δική μας τη δουλειά αλλά με όλες. Αυτό που λέω συνήθως είναι ότι, καλώς ή κακώς, δεν κοιτάμε να ζήσουμε από τη μουσική. Αν αυτό που κάνουμε μας θρέφει ψυχικά, θα έρθει η στιγμή που θα βγάλουμε και τα προς το ζην. Μπορεί να είσαι σε μια δουλειά γραφείου και να μην σου αρέσει αλλά να λες είναι οκτάωρο και την παλεύω. Κάποια στιγμή θα φύγω. Σε μας δεν είναι έτσι. Το να είσαι όλη την ημέρα μέσα στη μουσική, αν δε σου αρέσει, σου τρώει την ψυχή».

Υλικό αξιόλογο υπάρχει στους νέους; Τι βλέπεις με το «σκάουτιγκ» που κάνεις;

«Εχει παιδιά με ταλέντο, όρεξη και μεράκι και πιστεύω ότι η επόμενη γενιά μουσικών θα είναι καλύτερη από εμάς, όπως και σε όλα τα πεδία, η κάθε νεότερη γενιά είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αυτό είναι και το όμορφο κι αυτό είναι που κάνει και εμάς να έχουμε την ικανοποίηση ότι βάλαμε ένα λιθαράκι».

Τι κάνει έναν μουσικό περιζήτητο στην πιάτσα;

«Είναι ο προσωπικός ήχος που έχει ένας μουσικός σε συνδυασμό με το πόσο μπορεί να ταιριάξει με τον ήχο του καλλιτέχνη που θέλει να τον πάρει στην ορχήστρα του. Εχω δει μουσικούς που μπαίνουν σε μια ορχήστρα και αλλάζει όλη η ποιότητά της».

Από ποιες ορχήστρες καλλιτεχνών πήρες πράγματα;

«Απ’ όλους έχω πάρει. Από την Ευανθία Ρεμπούτσικα, τον Σωκράτη Μάλαμα, την Πρωτοψάλτη, την Ματούλα με την οποία είμαι τώρα, τον Μάκη Σεβίλογλου… Κάθε ομάδα, κάθε παρέα, είναι διαφορετική. Κάνεις φίλους, μαθαίνεις πράγματα, τεχνικές. Είμαι τυχερός στις συνεργασίες μου. Ολες κάτι μου έδωσαν».

Τι ωθεί έναν μουσικό να γράψει, να γεννήσει μουσική;

«Η μουσική είναι ανάγκη, είναι δημιουργία. Μην ξεχνάς ότι το ρήμα είναι παίζω μουσική, πειραματίζομαι δηλαδή, διασκεδάζω, δημιουργώ, άσχετα αν στην πορεία αυτό το ξεχνάμε ή είμαστε αναγκασμένοι να παίζουμε για να ζήσουμε. Από μικρός ψαχνόμουν στο να πειράζω ή να φτιάχνω μελωδίες. Με τους «Βόρειους εταίρους» και τους «Καμπαρέ Μπαλκάν» πειράζαμε παραδοσιακές μελωδίες. Επειτα εγώ πάντα σκάλιζα, έγραφα δικά μου πράγματα που τα κρατούσα στο συρτάρι».

Πότε αποφάσισες να εκτεθείς βγάζοντας το προσωπικό σου CD;

«Πάντα ήθελα να το κάνω. Πάντα ζήλευα τα δικά μου ινδάλματα που έγραφαν τραγούδια και μουσικές. Οταν λοιπόν έκανε η κρίση την εμφάνισή της στην Ελλάδα σκέφτηκα πως ίσως έπρεπε να ανοίξω τα φτερά με κάτι δικό μου από το να περιμένω με αγωνία πότε και αν θα χτυπήσει το τηλέφωνο για κάποια δουλειά. Νομίζω πως άργησα κι όλας να το επιχειρήσω αλλά τελικά «πενία τέχνας κατεργάζεται».

Δεν ήταν λίγο ρίσκο να επιχειρήσεις να βγάλεις ένα CD με δικά σου έξοδα μέσα στην κρίση;

«Είναι λίγο σαν το αβγό του Κολόμβου. Οταν έχεις δουλειές έχεις χρήματα αλλά δεν έχεις τον χρόνο που θέλεις κι όταν έχεις χρόνο τότε δεν έχεις χρήματα γιατί δεν έχεις δουλειά. Επρεπε με κάποιο τρόπο να το ξεπεράσω. Με βοήθησαν φίλοι μουσικοί που επέμεναν και να το κάνω και να συμμετάσχουν. Δυο χρόνια μου πήρε. Δεν ήταν εύκολο γιατί ούτε τα χρήματα υπήρχαν, ούτε κάποιος για να μου πει έλα εδώ θα το κάνω για σένα. Ηταν, όμως, τα δύο πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου».

Τώρα θα πει κάποιος, «μα καλά, δίσκο με ορχηστρικά βρήκε να κάνει ο Σταυρίδης…»

«Η αλήθεια είναι πως ζούμε σε μια χώρα τραγουδοκεντρική και εγώ έχω κάνει ορχηστρικό δίσκο! Δεν τον έκανα με καμιά τρελή φιλοδοξία να πετύχω. Ηθελα να κάνω κάτι που να λειτουργήσει σαν διαβατήριο ώστε να αρχίσω να παίζω σε φεστιβάλ. Ηταν και ανάγκη να καταγράψω τις δικές μου μελωδίες. Εξω πάει καλά. Ανοιξε μια αγορά στο εξωτερικό πολύ γρήγορα και ενδιαφέρθηκε άμεσα μια εταιρεία διανομής να το προωθήσει. Εχει πάρει καλές κριτικές, παίζει σε ραδιόφωνα που εστιάζουν στην Εθνικ μουσική. Είμαι ευχαριστημένος».

Το «έξω πάμε καλά» το έλεγε ο Καραμανλής το ’60! Μέσα πώς πάμε;

«Μέσα είναι πιο δύσκολα αλλά παλεύω και δεν τα παρατάω. Κάτι θα γίνει. Δεν θα πουλήσει δηλαδή όσο το CD του Χαρούλη ή της Μποφίλιου αλλά και μόνον το ότι ακούνε άλλα αφτιά τις δικές μου μουσικές, αυτό για μένα είναι ευλογία».

Γιατί δεν μπορεί να ελπίζει ένας ορχηστρικός δίσκος ή, καλύτερα, ένας διαφορετικός δίσκος, στην ελληνική αγορά;

«Εχω την αίσθηση ότι εντός των συνόρων η πιάτσα δεν ψάχνεται ή τουλάχιστον δεν ψάχνονταν προ κρίσης και βολεύουνταν σε αυτά που ήδη είχε. Η μουσική βιομηχανία πήγαινε τρένο από μόνη της. Κανένας δεν έμπαινε στη διαδικασία να προτείνει κάτι διαφορετικό και καινούριο. Ούτε τα μαγαζιά, ούτε οι εταιρείες, ούτε καν ο αγοραστής. Βέβαια, παρατηρώ ότι τα τελευταία χρόνια αυτό αλλάζει. Αργά αλλά αλλάζει. Γίνονται νέα πράγματα κι αυτό είναι ίσως το μόνο καλό που έχει φέρει η κρίση».

Στο CD παίζει αυτό που λέμε «εθνική Ελλάδος» των μουσικών.

«Ηταν κάτι που το είχα σαν τάμα. Να παίξω στον δικό μου δίσκο παρέα με όσο το δυνατόν περισσότερους αγαπημένους μου μουσικούς που να δουλέψαμε χρόνια μαζί. Ο δίσκος έχει 12 κομμάτια και παίζουν 27 μουσική. Οι κορυφαίοι της χώρας και των Βαλκανίων. Ωραία εμπειρία, ωραία αίσθηση. Φίλοι που μοιράστηκαν μαζί μου τις δικές τους στιγμές και χτίσανε τις μουσικές μου. Είναι πολύ σπουδαίο πράγμα να βάζει ο άλλος τον εαυτό του σε κάτι δικό σου».

Τι κέρδισες αποφασίζοντας να κάνεις μόνος σου την παραγωγή;

«Είναι η πρώτη φορά που μπόρεσα και είδα όλη τη διαδικασία από την αρχή ως το τέλος. Καλώς ή κακώς, τα τελευταία 15 χρόνια έχω παίξει σε 100 και πλέον δίσκους αλλά πάντα είχα μόνον το κομμάτι που μου αντιστοιχούσε σαν μουσικός ή, σε μερικές περιπτώσεις, ως ενορχηστρωτής. Ολοκληρωμένη τη διαδικασία παραγωγής, την είδα τώρα και αυτό από μόνο του είναι τεράστιο κέρδος. Τώρα ξέρω τι να ζητάω και τι να περιμένω. Επίσης είναι σημαντικό ότι με εμένα παραγωγό το δισκάκι είναι «100% Θάνος». Αν το είχε αναλάβει κάποιος άλλος θα έκανε τη δική του επέμβαση».

Τα άμεσά σου σχέδια ποια είναι;

«Την Κυριακή 30 Απριλίου θα κάνουμε την πρώτη επίσημη παρουσίαση του CD η οποία θα συνοδεύεται και από συναυλία, εδώ στη Θεσσαλονίκη, στην Βεντέτα. Θα παίξουμε με όσους περισσότερους φίλους μπορούμε από αυτούς που παίζουν στο δισκάκι και κύρια μπάντα θα είναι οι «Drom». Περιμένω κάποιες παρουσιάσεις της δουλειάς σε φεστιβάλ αλλά και μια συναυλία – παρουσίαση του CD στην Αθήνα. Στη συνέχεια το πλάνο έχει αρκετές εμφανίσεις με τη Ματούλα Ζαμάνη και ό,τι άλλο βγει».

Με την Ματούλα Ζαμάνη δέσατε καλά…

«Την αγαπώ πολύ. Είναι πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος και έχει το χάρισμα να ανεβαίνει στη σκηνή και με ένα χαμόγελο να τους κερδίζει όλους. Εχει σπουδαία φωνή και το έχει όλο στημένο πάνω της, δίνοντας και σε μας τον δικό μας χώρο».

Ποιο καλοκαίρι ήταν το χειρότερό σου από όγκο δουλειάς και συναυλιών;

«Ηταν πριν ακριβώς τρία χρόνια. Εκανα παράλληλα περιοδεία με την Πρωτοψάλτη, τη Ρεμπούτσικα και τον Μάλαμα. Τρεις τεράστιες περιοδείες. Ημουν μονίμως υπ’ ατμόν. Κοιμόμουνα στα μεταφορικά μέσα. Γίνεται. Βγαίνουν οι χρόνοι αλλά το ιδεατό είναι να υπάρχει και ποιότητα ζωής».

Που μένεις πλέον; Που σου στέλνει τα γράμματα ο ταχυδρόμος;

«Εδώ και τρία χρόνια δηλώνω έδρα μου την Αθήνα. Εχω μετακομίσει και το σπίτι μου είναι εκεί. Από την άλλη, για να καταλάβεις, την Μεγάλη εβδομάδα έκανα πρώτη φορά μέσα σε έναν χρόνο πέντε συνεχόμενες μέρες σε ένα μέρος. Από πέρσι είχε να μου συμβεί. Φυσιολογικά είμαι μιάμιση μέρα Θεσσαλονίκη, μιάμιση μέρα στην Αρτα, τις υπόλοιπες στην Αθήνα, εκτός από αυτές τις μέρες που έχω συναυλίες στην επαρχία».

Δείτε και ακούστε τον Θάνο Σταυρίδη «ζωντανά» στο πατάρι του Σάρωθρον:

Σχετικά με τη συναυλία

Ο Θάνος Σταυρίδης θα συμπράξει με φίλους απ’ τα παλιά αλλά και καινούριους. Κεντρικό σχήμα της παράστασης οι drom, θα συμμετάσχει ο κορυφαίος τζαζ πιανίστας Γιώργος Τζούκας, ο Ηλίας Διμάνος με το νταούλι του και οι αδερφοί Μάλαμα με τους ζουρνάδες τους. Την παρέα συμπληρώνει ο δεξιοτέχνης της κιθάρας Δημήτρης Λάππας, ενώ δε θα λείψουν και εμφανίσεις έκπληξη. Θα μιλήσουν για τον δίσκο η Αθηνά Τερζή κι ο Στάθης Παχίδης.

Βεντέτα Εθνικής Αμύνης 3, Θεσσαλονίκη Τηλέφωνο Κρατήσεων: 2310 234973
Ώρα έναρξης 21:30
Τιμή ποτού + Είσοδος: 12 euro