Θέμης Καραμουρατίδης: «Οταν γράψαμε το Εν λευκώ, δούλευα στην εξυπηρέτηση πελατών κινητής τηλεφωνίας»

Ο δημιουργός θυμάται πώς, πότε και από πού ξεκίνησε το μαγικό του ταξίδι στην μουσική

 

Συνέντευξη: στoν Ακη Σακισλόγλου

Το ραντεβού για καφέ και κουβέντα το δώσαμε στη 1 το μεσημέρι για να είμαστε σίγουροι και οι δυο ότι θα έχουμε ξυπνήσει. Φυσικά αυτός έφτασε πρώτος γιατί απλά… είναι ο Θέμης! Ενας σεμνός φίλος από τα παλιά. Ενας άνθρωπος που σε όλα έχει μια ευγένεια, ένα κράτημα, μια συστολή και μια διακριτικότητα που πηγάζει από τον χαρακτήρα και την παιδεία του.

Κάθεται στο παράθυρο του επάνω ορόφου και χαζεύει τους περαστικούς στην οδό Κατούνη. Στρέφει το βλέμμα μέσα και κοιτά τον τοίχο με τα εξώφυλλα των δίσκων: «Αυτό το σημείο δεν το είχα προσέξει…», μου λέει, «ούτε την αίσθηση αυτή του πλακόστρωτου απέναντι με τα νεοκλασικά κτίρια είχα».

Το πρωί στο Σάρωθρον δεν διαλέγει κάποιος την μουσική. Παίζουν λίστες. Εκείνο το Σάββατο είχαμε προγραμματισμένο αφιέρωμα στον Ορφέα Περίδη που από νωρίς μεταδίδονταν και μέσα από το sarothron.gr. Τον ρωτάω πώς νιώθει όταν είναι σε ένα μπαρ και ακούγεται ένα δικό του τραγούδι: «Είναι περίεργα», μου αποκαλύπτει. «Καμιά φορά πηγαίνω σε ένα μαγαζί κι επειδή με γνωρίζουν ή με αναγνωρίζουν, παίζουν πολλά δικά μου τραγούδια. Αυτό με κάνει να νιώθω σχεδόν άσχημα. Να, και στο αφιέρωμα του Σάρωθρον είπαμε να έρθουμε αλλά τελικά διστάσαμε. Μην μας πούνε ψώνια».

Κάθομαι κι εγώ απέναντί του. Πατάω το rec στο κινητό και λέω αυτήν την ατάκα που περισσότερα από 25 χρόνια τώρα επαναλαμβάνω όταν ξεκινά μια συνέντευξη: «μπορείς να μιλάς με την φυσιολογική ροή του λόγου. Τα πάντα καταγράφονται στο κασσετοφωνάκι και θα τα απομαγνητοφωνίσω». Γαμώτο μου, πρέπει να βρω τις καινούριες λέξεις στην ψηφιακή εποχή. Κι αν δεν υπάρχουν, πρέπει να τις επινοήσω γιατί, μπορεί όταν ο Θέμης ήταν 12 χρονών να άκουγε τις συνεντεύξεις μου με τους τραγουδιστές που αγαπούσε σε κασέτα, ωστόσο σήμερα η λέξη αυτή είναι παντελώς άγνωστη στη γενιά που θα διαβάσει από το σάιτ όσα έχουμε να πούμε… Για τους νεώτερους λοιπόν, όπου «μαγνητοφωνώ» εσείς βάλτε «ηχογραφώ» γιατί ο μαγνήτης έγινε πλέον Megabytes μνήμης.

Παίρνω ανάσα και ξεκινάω:

Οταν στήθηκε αυτό το σάιτ, το πρώτο όνομα που σκέφτηκα ότι πρέπει να πιει καφέ εδώ και να μας μιλήσει ήσουν εσύ γιατί είσαι ένα παιδί που πρόλαβες το μαγαζί όταν ξεκίνησε. Τι σημαίνει για σένα το Σάρωθρον;

«Η αλήθεια είναι ότι, έφηβος εγώ τότε που άνθιζε, περισσότερο ως αίσθηση το έχω στο μυαλό μου. Εφυγα νωρίς από τη Θεσσαλονίκη και πήρα μαζί μου αυτήν την αίσθηση πως υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τα ίδια πράγματα με μένα, τις ίδιες μουσικές. Ενας κόσμος που εγώ έλεγα ότι εκεί ανήκω, ότι με συγκινούν οι ίδιες μελωδίες. Οτι μπορώ να ακούσω τα τραγούδια της Κατερίνας Σιάπαντα ή το «Μαύρο πρόβατο» της Γεωργίας Γραμματικού και να μην είμαι ο μόνος, να υπάρχουν κι άλλοι».

Ενιωθες την ανάγκη να ανήκεις κάπου;

«Για ένα παιδί που μεγαλώνει στην επαρχία, στο Πλατύ Ημαθίας, είναι πολύ σημαντικό να μπορεί να βρει ανθρώπους και να ταυτιστεί, να συνταχθεί, να μην αναρωτηθεί: μήπως εγώ είμαι ο βλάκας και πρέπει να καταπιέσω αυτό που νιώθω και πιστεύω αφού βλέπω πως δεν υπάρχουν άλλοι, πως είμαι μόνος μου. Γιατί, ξέρεις, συνήθως περνάς από αυτήν την φάση που αναρωτιέσαι μήπως είναι καλύτερο να βγεις ακόμα και στα σκυλάδικα… Δεν υπάρχει παιδί που να μεγάλωσε σε χωριό και να μην έχει παρασυρθεί από το μαζικό, ασχέτως αν έχει κρατήσει και αυτό το ιδιαίτερο, το διαφορετικό που έχει. Για να κοινωνικοποιηθείς περνάς σε μια φάση που αυτοαμφισβητείσαι ή βάζεις νερό στο κρασί σου».

Ηταν κι ένα μειονέκτημα αυτή η αφετηρία σου από την επαρχία στο θέμα της αισθητικής;

«Ισως. Η Νατάσα όταν συζητάμε μου λέει πως δεν ήξερε τι πάει να πει ελληνική ποπ. Δε μεγάλωσε δηλαδή στο σπίτι της με κάτι τέτοιο. Είχε τη συνθήκη την κοινωνική να μπορεί να γλυτώσει από αυτό, από οτιδήποτε δεν ήταν καλλιτεχνική της επιλογή. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως για μένα που δεν είχα ένα τόσο ιδανικό περιβάλλον μεγαλώνοντας στην επαρχία, τα ραδιόφωνα, όπως το «Εκφραση», ο «Μύθος», ο «Παρατηρητής» και ο «Ανατολικός» αλλά και μαγαζιά όπως το «Σάρωθρον», ήταν μια σχεδία, ένα αποκούμπι πολύ σημαντικό».

Το «ακριβό» πιάνο, η σταθερή δουλειά και τα μεροκάματα στη Vodafon…

Το περιβάλλον σου πώς αντιμετώπισε την άμεσή σου κλίση στη μουσική;

«Αισθάνομαι τυχερός γιατί οι άνθρωποι που είχα δίπλα μου, από τους γονείς μέχρι τους δασκάλους ή αυτούς με τους οποίους συνεργάστηκα στην πορεία, στάθηκαν πολύ ζεστά και ενθαρρυντικά σε αυτό που αγαπούσα. Είναι σημαντικό να μπορούν να σου πούνε οι δικοί σου, μέσα σε μια εποχή που άρχιζε να δυσκολεύει, ότι θα σε στηρίξουν. Είναι σημαντικό, ας πούμε για παράδειγμα, το ότι η μητέρα μου μού αγόρασε πιάνο γιατί έβλεπε ότι έπαιζα με τις ξαδέρφες μου και το αγαπούσα πολύ. Ενας πατέρας ηλεκτρολόγος και μια μητέρα με επάγγελμα οικιακά, έκαναν τα πάντα για να αγοράσουν ένα ακριβό όργανο στο παιδί τους. Δεν είναι λίγο αυτό, αυτή η αγάπη κι αυτή η στήριξη. Το ίδιο και οι δάσκαλοί μου, μου έλεγαν: μπορείς, προχώρα, το έχεις. Δεν υπήρξε κάποιος άνθρωπος να με φρενάρει».

Καλά, οι γονείς πάντα βγάζουν και έναν ασυναίσθητο συντηρητισμό…

«Στην αρχή και αυτοί ήταν κάπως διστακτικοί αλλά ταυτόχρονα και ενισχυτικοί. Η μητέρα μου πάντα έλεγε: πάρε το πτυχίο σου πρώτα να έχεις μια σταθερή δουλειά αλλά μετά κάποια στιγμή μου είπε: φύγε από τα τηλέφωνα που δουλεύεις και ασχολήσου με την μουσική. Το καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη κουβέντα και δώρο είναι αυτό; Να σου λέει κάποιος: άσε το μεροκάματο θα σε στηρίξω εγώ. Κάνε αυτό που αγαπάς. Τεράστια πολυτέλεια είναι αυτό. Ανεκτίμητο. Και δεν μπορώ να το ξεχάσω».

Δηλαδή σήκωνες κανονικά τηλέφωνα; Παίρναμε και μας απαντούσες εσύ πριν 10 χρόνια;

«Ναι, εξυπηρέτηση πελατών ήμουν σε εταιρία κινητής τηλεφωνίας. Οταν, ας πούμε, κυκλοφόρησε το «Εν λευκώ» εγώ δούλευα κανονικά στο τηλεφωνικό κέντρο, έλεγα: Vodafon, εξυπηρέτηση πελατών παρακαλώ κι έδινα πληροφορίες για τα φαρμακεία».

Παράλληλα με τις σπουδές αυτό;

«Σπούδαζα ήδη δημοσιογραφία στην Αθήνα, στην Πάντειο, αλλά ήταν ήδη η σχολή στο background γιατί είχα αποφασίσει πως θα ασχοληθώ με τη μουσική. Δούλευα στα τηλέφωνα για να μαζέψω κάποια χρήματα, να νιώσω λίγο χρήσιμος γιατί όταν είσαι ήδη 23 και βλέπεις πόσο δύσκολα γίνονται τα πράγματα, θέλεις να έχεις μια κάποια ανεξαρτησία. Τότε ακριβώς ήταν που μου είπαν οι γονείς μου ότι πρέπει να παρατήσω τη δουλειά, να κάνω αυτό στο οποίο είμαι καλός και το αγαπάω και αυτοί θα με στηρίξουν».

Είδαν μάλλον πόσο κουραζόσουν σε μια δουλειά απρόσωπη.

«Ε, βέβαια. Οταν είσαι ένα δεκάωρο στα τηλέφωνα, συν το πήγαινέλα, δεν έχεις καθαρό μυαλό μετά για να ηρεμήσεις, να δουλέψεις και να πεις ότι είσαι καλλιτέχνης και θέλεις να γράψεις μουσική. Μπαίνεις σε έναν στίβο που σε διαλύει,δε σου αφήνει κουράγιο να σκεφτείς, να ανοίξεις έναν υπολογιστή ή ένα πιάνο και να αρχίσεις να σκαλίζεις. Σκεφτείτε πόσοι νέοι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να ζούνε έτσι και αφήνουν μικρά ή και μεγάλα προτερήματά τους ανεξερεύνητα γιατί πρέπει να κοπιάσουν για το μεροκάματο… Γι αυτό επιμένω πως ήμουν τυχερός και πως με στήριξαν πολύ οι γονείς».

«Δούλεψα και ανταμείφθηκα»

Από το «Εν λευκώ» και μετά, όμως, άνοιξε πολύ γρήγορα ο δρόμος…

«Το γρήγορα εγώ δεν το αντιλήφθηκα. Ολα έγιναν σε μικρά στάδια, σύντομα μεν αλλά ξεχωριστά. Παίξαμε και σε 80 άτομα και σε 150 άτομα. Αρεσαν τα τραγούδια μας σιγά σιγά σε 100 ανθρώπους, μετά σε 500 και μετά σε πάρα πολλούς αλλά αυτήν την εξέλιξη την καταλαβαίναμε. Δεν ξυπνήσαμε μια μέρα και ήμασταν διάσημοι και φίρμες. Προσωπικά πρόλαβα να δουλέψω, να κουραστώ, να δω τον κόπο μου να ανταμείβεται και να κατανοήσω πως δεν είμαι Θεός, δεν είμαι τίποτα ξεχωριστό και η σχέση μου και η εξέλιξή μου σε αυτήν την δουλειά έχει να κάνει κυρίως με το πόσο εγώ επενδύω από την ψυχή μου και με τον κόπο μου».

Η επιτυχία έφερε και χρήμα;

«Α, το οικονομικό είναι άλλη μεγάλη κουβέντα. Οχι, δεν έφερε το χρήμα που πολλοί νομίζουν. Ολα αποκτούνται με κόπο και πολλή δουλειά. Εγώ ακόμη και τώρα που όλοι λένε ότι πάω πολύ καλά, αν δεν προσέξω τα οικονομικά μου δεν την βγάζω. Αν φερθώ λίγο ματαιόδοξα με αυτό που μου έχει δοθεί, θα έχω πρόβλημα. Ειδικά στην εποχή που ζούμε και στη δουλειά που κάνουμε, λίγο να παρασυρθείς μπορεί και να βρεθείς χωρίς φράγκο. Η δική μας η γενιά, ευτυχώς, κάνει μουσική από επιλογή και από καλλιτεχνική διάθεση. Δεν ασχολείται για τα λεφτά γιατί δεν υπάρχουν πλέον πολλά λεφτά. Κι έχω να πω σε όλα τα νεώτερα παιδιά ότι αν θέλουν να βγάλουν λεφτά, καλύτερα να κάνουν κάτι άλλο. Να κάνουν επιχειρήσεις, να φύγουν στο εξωτερικό, αλλά όχι μουσική».

Πάντως, με το που εμφανίστηκες στη δισκογραφία φάνηκες έτοιμος. Ηταν γεμάτο το συρτάρι σου…

«Ετοιμος… Οχι τόσο όσο φαντάζεσαι. Εχω, όντως, ένα συρτάρι με τραγούδια αλλά είναι τόσο άσχημα που δεν πρόκειται ποτέ να δούνε το φως της δημοσιότητας κι έχω πει στους δικούς μου, έτσι και πεθάνω, μην τυχόν και πειράξουν το συρτάρι αυτό… Η πραγματικότητα είναι πως βγήκαν σύντομα πολλά δικά μου τραγούδια γιατί δούλεψα, εξασκήθηκα στο να γράφω και να αποτυπώνω αυτό που θέλω να πω. Ημουν έτοιμος να δουλέψω, όχι με γεμάτο συρτάρι».

Και δούλεψες σαν από κοινού με δύο σπουδαία παιδιά, τη Νατάσα Μποφίλιου και τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο…

«Ημασταν παρέα και η καλλιτεχνική μου οντότητα ολοκληρώθηκε μέσα από τη σχέση μου με αυτά τα παιδιά. Ο καθένας έφερε αυτό που είχε από το σπίτι του αλλά η τελική μας εικόνα διαμορφώθηκε μέσα από τη συναναστροφή και την κοινή μας δουλειά. Ακόμη και από άποψη ιδεολογική και αισθητική, ο καθένας έφερε το κομμάτι του και τα ενώσαμε. Εγώ δεν ήμουν τόσο θαρραλέος όσο η Νατάσα όταν ήμουν παιδάκι. Ημουν περισσότερο διπλωματικός στον τρόπο που θα ήθελα να δράσω. Δεν είχα την γενναιότητά της. Η Νατάσα, από την άλλη, δεν είχε την αντιληπτικότητα τη δική μου, να ανοιχτεί και να ακούσει τι γίνεται τριγύρω. Ηταν περισσότερο κολλημένη στο δικό της κομμάτι. Ο Γεράσιμος, επίσης, δεν είχε την κοινωνικότητα αυτού του πράγματος ή την ελληνικότητα και τη λαϊκότητα που τελικά όλοι μαζί καταλήξαμε να έχουμε. Αυτός έρχονταν από τα θέατρα και τα μιούζικαλ και είχε το κεφάλι του αλλού».

Νιώθεις πως εξελίχθηκες μέσα από τη συνεργασία σας;

«Βέβαια. Ηταν ένα πολύ μεγάλο πανεπιστήμιο η σχέση μας, το τρίτο στη σειρά. Το πρώτο μου πανεπιστήμιο ήταν οι δάσκαλοί μου, το πιάνο και η διάδρασή μου με αυτό, το δεύτερο ήταν η προσωπική μου ενασχόληση σαν παιδάκι όπου έγραφα εκατοντάδες τραγούδια και έλεγα ακούγοντας τους άλλους: αυτός τι σκέφτεται, πως γράφει, πώς το κινεί, πως μελετάει τη λέξη, γιατί αυτό μου αρέσει και το άλλο όχι. Ακουγα και μελετούσα και έτσι ήμουν εξασκημένος, σχεδόν έτοιμος να αντεπεξέλθω στο χρόνο. Αν για κάτι είμαι περήφανος, είναι ότι δεν υπάρχει τραγούδι μου, τηρουμένων των συνθηκών γιατί παρεμβαίνουν πάντα κι άλλοι παράγοντες, που να έφυγε από μένα πρόχειρο ή απροετοίμαστο ή μισό. Ολα έφυγαν με τη δημιουργικότητα που είχα διαθέσιμη».

Πάντως δεν είναι καθόλου συχνό τρεις δημιουργοί να συμπλέουν τόσο πολύ και σε τέτοιο χρονικό βάθος.

«Ο,τι κάνουμε είναι πάντα ισόποσο. Στα τρία. Είμαστε αυστηρά δίκαιοι μεταξύ μας. Ο καθένας μας έχει μεγάλη ευγνωμοσύνη για τους άλλους δύο και απόλυτη συνείδηση του πόσο κομμάτι του εαυτού του είναι οι άλλοι δύο. Εγώ ξέρω ότι έχω μια δυνατότητα ως συνθέτης αλλά παράλληλα ξέρω ότι αυτή η δυνατότητα δεν θα είχε ανθίσει χωρίς τον Γεράσιμο και τη Νατάσα. Η Νατάσα ξέρει πως είναι μια καταπληκτική τραγουδίστρια, κι αν δεν το ξέρει της το λέω εγώ, αλλά ενδεχομένως δεν θα ήταν ίδια η εξέλιξή της αν δεν είχε πει το «Εν λευκώ». Επίσης, ο Γεράσιμος είναι ένας στιχουργός με λόγο πάρα πολύ δυνατό αλλά αν τον είχε μελοποιήσει κάποιος άλλος συνθέτης και τον είχε ερμηνεύσει μια άλλη τραγουδίστρια, μπορεί να μην έκανε την επιτυχία που κάνει τώρα. Τα ξέρουμε όλα αυτά κι αυτή η συνειδητοποίηση μας ηρεμεί και μας κάνει να μην χρειαζόμαστε να καπελώνουμε ο ένας τον άλλον».

Για μια καλλιτεχνική τριπλέτα που έκανε μαζί τόσα πολλά κι ακόμα συνεχίζει να κάνει, πώς ανακοινώνει κάποιος μια άλλη, άσχετη συνεργασία κι όταν το κάνει, προκαλεί ζήλια;

«Στην αρχή ήμασταν συνέχεια μαζί. Ηταν σαν γκομενική η σχέση. Δεν είχαν έρθει ακόμη και οι επιτυχίες, δεν πατούσαμε καλά στα πόδια μας καλλιτεχνικά και οικονομικά και ήταν λίγο δύσκολο να πει κάποιος από εμάς ότι θα κάνει και άλλα πράγματα. Είναι, όμως, τέτοια η αγάπη και το δέσιμο που έχουμε μεταξύ μας, που σιγά σιγά αυτό εντάχθηκε στην μεταξύ μας σχέση. Μια μικρή ζήλια ίσως και να υπάρχει πάντα. Δεν μπορώ δηλαδή να σου πω ότι αν η Νατάσα κάνει έναν νέο δίσκο με άλλον συνθέτη και με τον Γεράσιμο, εγώ δε θα νιώσω ένα σκίρτημα, μια μικρή ζήλια. Θα καμαρώνω αλλά θα ζηλεύω. Επειδή όμως η αγάπη είναι πολλή μεγαλύτερη από τη ζήλια, στο τέλος μένει το καμάρι. Οταν είδα τη Νατάσα με τον Ξαρχάκο, ζήλευα σαν τρελός που δεν ήμουν μέρος αυτής της δουλειάς με την μεγάλη ορχήστρα και τα σπουδαία τραγούδια. Στο τέλος της βραδιάς, όμως, είχε λυθεί αυτό και είχε μείνει μόνον η περηφάνια που η Νατάσα ΜΟΥ κάνει αυτό το τόσο σπουδαίο πράγμα».

Ε, κι αυτή θα ένιωσε κάτι ακούγοντας τα τραγούδια που έδωσες στη Γιώτα Νέγκα…

«Βέβαια, και το αντίστροφο ισχύει. Είναι ωραίο πια. Μπορεί να είναι λυμένο αλλά έχει ακόμα ένα γκομενιλίκι. Και ο Γεράσιμος μπορεί να κάνει καμιά φορά νάζια αλλά είναι πολύ τρυφερό κι ανθρώπινο. Υπάρχει αλληλοσεβασμός κι όταν κάνουμε διαφορετικά πράγματα τα κάνουμε με εντελώς διαφορετικού ύφους συνεργάτες».

Το εργαστήρι σύνθεσης και η συνεργασία σε εκείνο με τον Οδυσσέα Ιωάννου, πως προέκυψε;

«Στην αρχή ήμουν τρομερά διστακτικός και είχαμε και μεγάλο προβληματισμό για το πως πρέπει να ονομάσουμε αυτό που θα κάναμε. Θεωρώ την διδασκαλία μεγάλη ευθύνη και ποτέ δε θα αισθανθώ τόσο καλός ώστε να πω ότι είμαι δάσκαλος. Ηθελα να είμαστε προσεκτικοί στον τρόπο που θα παρουσιάζονταν. Ηταν λοιπόν όλο αυτό ένα «εργαστήρι» κι από την πρώτη στιγμή είπα στα παιδιά ότι θα τους παρουσίαζα αυτά που ξέρω μέσα από την προσωπική και υποκειμενική μου εμπειρία. Ηταν φανταστικό σαν αίσθηση.»

Αρνητικά άκουσες μέσα στο χώρο σου;

«Ακουσα πολλά. Ακουσα πως είμαι ψωνάρα, πως είμαι ματαιόδοξος και πως αν είναι δυνατόν να κάνω μαθήματα εγώ ενώ σχολή δεν έχει κάνει ούτε καν ο Πλέσσας. Από τις γνωστές επιθέσεις που κατά καιρούς δεχόμαστε και τις αισθανόμαστε άδικες και βίαιες, ήταν και αυτή. Αν, βέβαια, κάποιος το παρακολουθούσε θα καταλάβαινε πως ήταν ένα πράγμα επί ίσοις όροις και πολύ πρακτικό που μάθαινε στα παιδιά το πώς δουλεύω εγώ. Δεν ήθελε δηλαδή ο μαθητής να μάθει την τέλεια ιστορία της τέλειας μουσικής. Ηθελε να μάθει τον δικό μου τρόπο. Δεν συνεχίστηκε από πλευράς μου γιατί ένιωσα περίεργα και πως δεν μπορούσα να αναλάβω όλη αυτήν την ευθύνη σε βάθος χρόνου. Δεν είχε και μεγάλη κίνηση από ένα σημείο και μετά. Ο συνθέτης, σαν δουλειά, σπανίζει. Δεν έχει από μόνο του μεγάλο ενδιαφέρον».

Τί αίσθηση σου αφήνει αυτή η φάση της καριέρας σου;

«Ενιωσα περήφανος για τους μαθητές μου. Τους αγαπώ πολύ γιατί είναι όλοι τους καταπληκτικά παιδιά, εξαιρετικής ποιότητας χαρακτήρες. Είναι σημαντικό να βλέπεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που ασχολούνται με την μουσική, έχουν μια αγνότητα σε σχέση με αυτήν και είναι καλοί άνθρωποι. Θέλω να πιστεύω ότι κάτι τους έδωσα αλλά και με σιγουριά να σου πω ότι κάτι πήρα. Οταν χρειάζεται να μιλήσεις για σένα και για τον τρόπο που δουλεύεις, τόσο αναλυτικά, έρχεσαι αντιμέτωπος με την απόλυτη αποκωδικοποίηση αυτού που είσαι και που κάνεις. Ολο αυτό μού άνοιξε τους ορίζοντες και μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναδώ κομμάτια του εαυτού μου τα οποία θα χρειαστεί να αλλάξω για να μην κάνω τα ίδια και τα ίδια».

Αλλοι στην ηλικία σου δεν έχουν ξεκινήσει καν την καριέρα τους κι εσύ έχεις κάνει τόσα πράγματα. Σε τρομάζει αυτή η ιδέα;

«Δεν με τρομάζει, με προβληματίζει. Ψάχνομαι πολύ. Ψάχνω νέους δρόμους. Ακόμα νιώθω ότι είμαι στο μηδέν κι έχω διάθεση να γράψω, να ανοιχτώ, να δώσω περισσότερα. Φοβάμαι πως ίσως έρθει εκείνη η στιγμή που θα σταματήσω να γράφω το ίδιο καλά. Θέλω να είμαι έτοιμος ψυχολογικά γι αυτό γιατί το έχω δει να συμβαίνει σε άλλους καλλιτέχνες που αγαπώ».

Τι θα μπορούσες να γίνεις πέρα από μουσικός;

«Θα μπορούσα να γίνω πολλά πράγματα αλλά παράλληλα και πάντα ως συνθέτης. Και μικρός που ήμουν, εγώ τη μουσική και την σύνθεση την επέλεξα μέσα από πάρα πολλά πράγματα. Μέσα από τη ζωγραφική, την συγγραφή, την ψυχολογία, την δημοσιογραφία. Την επέλεξα, την ακολούθησα και πλέον έχω μεγάλη ευθύνη απέναντι σε αυτήν για να την αφήσω. Δε θέλω να την αφήσω, δεν θέλω να τα παρατήσω και να φύγω για πουθενά. Αν επέλεγα, για παράδειγμα, να ανοίξω ένα εστιατόριο, επειδή μου αρέσει και το να μαγειρεύω, θα το άνοιγα ως συνθέτης. Αν γινόμουν παραγωγός δίσκων, θα γινόμουν ως συνθέτης. Οσα πράγματα και να κάνω στο μέλλον, όλα θα έχουν να κάνουν με τη μουσική γι αυτό και ψάχνω από τώρα και προβληματίζομαι με το τι θα κάνω όταν δεν θα μπορώ να γράφω πλέον τραγούδια. Ευελπιστώ να θέλω να κατέβω από το καράβι της σύνθεσης πριν το καταλάβουν οι άλλοι. Να νιώσω ότι τελείωσα με την σύνθεση πριν χρειαστεί κάποιος να μου το πει αλλά και τότε, για να διατηρήσω την ψυχική μου ηρεμία, θα πρέπει να νιώσω χρήσιμος κάνοντας κάτι συγγενικό».

Ζεις στην Αθήνα αλλά προέρχεσαι από τη Μακεδονία. Θεσσαλονίκη και Αθήνα είναι σε παρακμή;

«Για τις δύο μεγάλες πόλεις είναι λίγο αυστηρό εδώ που τα λέμε να εντοπίζουμε παρακμή γιατί αυτή η κρίση που βιώνουμε είναι απάνθρωπη. Ναι, είμαστε μίζεροι. Πώς όμως να μην είμαστε; Ναι, είμαστε σε απόγνωση. Πώς να μην είμαστε; Είμαστε επιθετικοί κι έχουμε νεύρα. Πώς να μην έχουμε; Εννοώ πως δεν είναι μόνον δικό μας θέμα, είναι παγκόσμιο αλλά εμείς το επικεντρώνουμε σε εμάς. Ολος ο αναπτυγμένος κόσμος καταρρέει. Ενα ολόκληρο καπιταλιστικό σύστημα και φαίνεται μικρό κι αδύναμο. Ολος ο δυτικός πολιτισμός έχει κρίση οικονομική αλλά και αξιακή. Ολα αυτά που δημιουργήθηκαν ήταν μία φούσκα. Εμάς μας βαραίνει πιο πολύ και το καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε πιο έντονες διαπροσωπικές σχέσεις. Μπορεί να είμαστε λίγο πίσω στην οργάνωση και στον προγραμματισμό σε σχέση με τους Ευρωπαίους αλλά είμαστε μπροστά στην σχέση μας με τον συνάνθρωπο. Μέσα στην κρίση και στο ζόρισμα, κλονίζεται και ο ανθρωπισμός μας, μάς διαλύει ο αγώνας για τα λεφτά και για την επιβίωση και δε θέλουμε να μπούμε σε αυτό το τρυπάκι».

Καραμουρατίδης «προσεχώς»

Για πες μας και τα άμεσα σχέδια για το υπόλοιπο του 2017…

«Ανακοινώσιμη είναι η συνέχιση των παραστάσεων μας και η καλοκαιρινή περιοδεία μας με τον Γεράσιμο και τη Νατάσα. Επίσης ο δίσκος με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Οδυσσέα Ιωάννου που πραγματικά δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο δώρο το θεωρώ στον εαυτό μου. Θεωρώ πως αν υπάρχει ένας άνθρωπος, στα 30 και κάτι, που να μην τον έχει αγγίξει έστω ένα τραγούδι του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, αυτός δεν είναι δικός μου άνθρωπος, είναι ένας ξένος κύριος που δε θέλω να έχω σχέση μαζί του. Είναι συγκλονιστική εμπειρία η συνεργασία μου με τον Βασίλη. Είναι ένας μοναδικός άνθρωπος, ευγενικός, καλόκαρδος, σαν παιδί στο στούντιο. Ντρέπομαι με το πόσο προσεκτικά και με πόσο σεβασμό με ακούει κι αυτό είναι και το μεγαλείο του. Είναι τεράστιος ο τύπος και είναι σε εξαιρετική φόρμα, τραγουδάει μοναδικά. Εχω μεγάλη αγωνία και χαρά και θα σου βάλω να ακούσεις ένα δείγμα για να καταλάβεις. Επίσης με τον Οδυσσέα Ιωάννου και την Γιώτα Νέγκα έχουμε αρχίσει να σκαλίσουμε έναν καινούριο δίσκο που θα κινείται σε διαφορετικό, ακόμη πιο καθαρό λαϊκό δρόμο. Με τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, παράλληλα, ετοιμάζουμε κάτι, ίσως περισσότερο για το θέατρο, δεν είναι ανακοινώσιμο αλλά θα έχει πολύ ενδιαφέρον και, τέλος, ετοιμάζουμε και αυτά που θα κάνουμε με τον Γεράσιμο και τη Νατάσα το χειμώνα. Οπως καταλαβαίνεις, έχει πολύ δουλειά το μαγαζί».