Ο Γιάννης Παπαγεωργίου γράφει τα τραγούδια που θα λέμε

…και αυτά που θα ακούσουμε στην συναυλία του την Κυριακή 30 Απριλίου

 

Συνέντευξη: στην Κική Μουστακίδου

Σε ένα διάλειμμα από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ο Γιάννης Παπαγεωργίου πήρε την κιθάρα του στον ώμο και περπάτησε ως το Σάρωθρον για έναν απογευματινό καφέ και μια κουβέντα, με αφορμή την εμφάνιση που ετοιμάζει την Κυριακή 30 Απριλίου στη μουσική σκηνή «Σαράι».

Την ερχόμενη Κυριακή, λοιπόν, ο Γιάννης θα παρουσιάσει κατά κύριο λόγο τα δικά του τραγούδια, αυτά που τον καθιστούν – χωρίς υπερβολές και κλισέ διάθεση – έναν από τους πιο ταλαντούχους δημιουργούς της νέας γενιάς. Κομμάτια σε δική του μουσική και στίχους που περίμεναν καρτερικά στο συρτάρι την στιγμή που θα βρεθούν μπροστά σε κόσμο. Κομμάτια που, αρκετά εξ αυτών, θα περιλαμβάνονται στον πρώτο προσωπικό του δίσκο του, ο οποίος αναμένεται να κυκλοφορήσει κάπου μετά τον Σεπτέμβριο.

Απόφοιτος του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του ΠΑΜΑΚ, ολοκληρώνει αυτή την περίοδο το μεταπτυχιακό του πάνω στο ρεμπέτικο και την λαϊκή κιθάρα και έχει να θυμάται μεγάλο κομμάτι της ζωής του βιωμένο επάνω στη σκηνή. Ξεκίνησε από τα 18 του και συνέχισε για χρόνια με τους «Ούτε Σπόντα», είναι μέλος της κομπανίας «ΓιαΓιαΚω» που ασχολείται με το αστικό λαϊκό τραγούδι και έχει παίξει μαζί με τον Δημήτρη Μπασλάμ, τον Δημήτρη Μυστακίδη, την Ματούλα Ζαμάνη και τον Vinicio Capossela.

Πόσα τραγούδια υπάρχουν ετοιμοπόλεμα στο συρτάρι σου; Κι αν το ανοίξει κανείς αυτό το συρτάρι, ποια συναισθήματα και ποιες εικόνες θα βγουν από μέσα;

Έχω ένα τετράδιο με τα τραγούδια που γράφω και όταν ένα τραγούδι ολοκληρώνεται μουσικά, γράφω τον τίτλο του. Απαριθμεί περίπου 130 κομμάτια ολοκληρωμένα. Γενικώς φέρουν απορία και αγωνία. Τα θέματα που μας απασχολούν στη ζωή είναι ο έρωτας, οι κοινωνικές αδικίες, οι ξενιτιές, αλλά όλα αυτά είναι οι αφορμές. Το βάθος είναι για μένα η απώλεια. Ο φόβος για την απώλεια, ο φόβος του θανάτου. Από την σιωπή στη σιωπή, όπως θα είναι και ο τίτλος του δίσκου μου. Μια προσέγγιση αντιθεολογική που λέει ότι πριν την ζωή δεν υπάρχει τίποτα και μετά επίσης δεν υπάρχει τίποτα. Το ενδιάμεσο είναι η ζωή, μέσα στην οποία τραγουδάμε και λέμε όλα τα βιωμένα πράγματα.

Περισσότερο γράφεις ή περισσότερο τραγουδάς;

Άμα τραγουδάω, παίζω. Σχεδόν πάντα. Όσο περνάει ο καιρός, προσπαθώ να σμιλεύω όσα γράφω, να γίνεται κάτι ενιαίο. Γενικά γράφω γιατί έχω την ανάγκη να πω ένα τραγούδι που δεν υπάρχει, οπότε μετά το τραγουδάω. Όλα τα τραγούδια μου τα έχω πει. Όλα είναι βιωμένα και έχουν μια μορφή ψυχανάλυσης.

Γράφεις ευκολότερα για ιστορίες αβίωτες ή ιστορίες βιωμένες;

Ξεκινάω με τα βιωμένα αλλά το φαντασιακό κομμάτι πολλές φορές υπερέχει. Ο Τσιτσάνης, για παράδειγμα, έχει ένα τραγούδι που λέει «μεσ’ την Παραγουάη σε φίνο ακρογιάλι». Δεν υπάρχει ακρογιάλι στην Παραγουάη, δεν έχει καν θάλασσα. Η φαντασία υπερτερεί, πιάνομαι από κάτι οτιδήποτε απτό, μικρό, πραγματικό και αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν.

Πριν περίπου ένα χρόνο, παρουσίασες στην Θεσσαλονίκη την πρώτη σου μουσική παράσταση που ήταν δομημένη κατά βάση με δικά σου τραγούδια. Τι σε ώθησε σε αυτό;

Η πρώτη μου ανάγκη ήταν, επειδή έχω πολλά τραγούδια γραμμένα, να βγάλω πράγματα δικά μου προς τα έξω, τα οποία μένουν στο συρτάρι. Έχεις ανάγκη όταν γράφεις κάτι, να το εξωτερικεύσεις. Ήθελα να παίξω κάτι καθιστικό, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και να αποδοθεί με τα συγκεκριμένα όργανα. Έτσι γράψαμε και τον δίσκο, με βιολοντσέλο, βιολί κανονάκι και κιθάρα. Η άλλη πλευρά ήταν η ανάγκη να παιχτεί κάτι αμιγώς δικό μου. Τώρα αυτό ακούγεται κάπως εγωκεντρικό, αλλά ήθελα να παίξω μια δουλειά που να ξεκινάει και να τελειώνει αυτούσια με δικά μου κομμάτια. Νομίζω ότι έχω να πω πράγματα και ήθελα να δω πώς λειτουργεί όλο αυτό.

Δηλαδή με μια κουβέντα, τι θέλεις να εκφράσεις;

Τον ψυχισμό μου και αυτά που θέλω να πω. Στιχουργικά από την πιο γήινη πλευρά και από την πιο αφηρημένη ίσως μουσικά, γιατί κάπως έτσι διαχωρίζονται. Αυτή ήταν η βασική μου ανάγκη. Αυτό που έχω να πω είναι ότι πρέπει να κάνουμε δικές μας δουλειές και να μην φοβόμαστε να εκτεθούμε στον κόσμο και να πούμε ότι αυτοί είμαστε.

Φοβόμαστε γενικά;

Φυσικά. Η ανασφάλεια είναι τεράστια. Εδώ βγαίνεις για ένα ραντεβού και έχεις άγχος. Όταν θα βγεις σε 50, 100, 200 ανθρώπους και θα πεις τα εσώψυχά σου, δεν θα έχεις ανασφάλεια; Απλά, από τη στιγμή που πιάνω την κιθάρα και ξεκινάω να παίζω, τελειώνει, σβήνει. Ξεκινάς να παίζεις ένα τραγούδι και μέχρι να το τελειώσεις είσαι μόνο εσύ στον κόσμο και κανείς άλλος.

Έχεις μια πορεία και με σχήματα (Ούτε Σπόντα, ΓιαΓιαΚω). Γιατί σε κάποια στιγμή της ζωής μας τείνουμε να επιλέγουμε μια πιο μοναχική πορεία;

Όσο μεγαλώνουμε και ριζώνουμε σε κάποιες απόψεις, χωρίς να είμαστε βέβαια απόλυτοι, γινόμαστε λίγο πιο απαιτητικοί στα κριτήρια της αισθητικής μας . Σε καλλιτεχνικά ζητήματα, τα οποία μπορεί να είναι λεπτομέρειες αλλά μπορεί να είναι και πολύ βασικά. Μοναχικό όμως δεν είναι. Όχι, παίζω με άλλα τρία άτομα και κάνουμε παρέα και θα βγούμε για μπύρα, θα συζητήσουμε. Η διαδικασία είναι κοινή πάλι. Σίγουρα η διαδικασία της δημιουργίας είναι μοναχική, το ζήτημα της γραφής δηλαδή.

Ο στρατός πώς υποδέχεται έναν καλλιτέχνη; Πώς περνά ο χρόνος μακριά από τα live και την επαφή με τον κόσμο;

Δεν εκτέλεσα τον ρόλο του μουσικού εκεί μέσα και, να σου πω, δεν το μετάνιωσα. Αν εξαιρέσεις μια Πρωτοχρονιά που είπα τα κάλαντα και πήρα κάποιες μέρες άδεια και ευχαριστώ την κιθάρα μου (γέλια)… Υπήρξε μια παύση γενικά, αλλά με τα πράγματα που αγαπάς και σε αγαπάνε, όταν βρίσκεσαι ξανά υπάρχει και πάλι η ίδια χημεία. Απλά θέλω το χώρο μου και τον χρόνο μου για να πάρω την κιθάρα και να παίξω. Στιχουργικά, βέβαια, γέμισα ένα τετράδιο με έμπνευση από τον στρατό.

Είστε όλοι εσείς, τα παιδιά που φιλοξενούμε με συνεντεύξεις και εδώ στο Σάρωθρον, μια παρέα που θα γράψει Ιστορία;

Υπάρχει μια κοινή λαχτάρα και έγνοια να εκφραστούμε και αυτό γίνεται μέσα από την τέχνη της μουσικής. Είναι πολύ ευχάριστο να πηγαίνω σε live φίλων να παίζουμε μαζί τραγούδια και γενικά χαίρομαι να βλέπω καινούργιες δουλειές των παιδιών της δικής μας γενιάς. Υπάρχουν πολλές νέες μουσικές που ο κόσμος δεν τις ξέρει και είναι καλό να ανοίξει όλο αυτό. Ο κίνδυνος, βέβαια, σε κάθε πράγμα που μαζεύονται όμοιοι είναι να γίνεις λίγο νάρκισσος. Να κοιτάς στον καθρέφτη τον όμοιο με σένα και να λες «τι ωραία παίζεις, άρα παίζω κι εγώ». Αυτό πρέπει να το προσέχουμε. Πρέπει να σε νοιάζει να αρέσει το τραγούδι σου και στον εντελώς διαφορετικό, που κάνει άλλο επάγγελμα, που είναι από άλλη χώρα.

Νιώθεις ότι έχετε κάποια παράδοση να συνεχίσετε;

Όχι, αυτό δεν το νιώθω. Βασικά εμείς είμαστε η παράδοση, με την έννοια του ότι φτιάχνουμε κάτι και το παραδίδουμε. Παραλαμβάνουμε κάτι από τους προηγούμενους, το παραδίδουμε στους επόμενους. Τα τραγούδια είναι μια συνεχής ροή.

Info

Tην Κυριακή 30 Απριλίου, ο Γιάννης Παπαγεωργίου θα εμφανιστεί στη μουσική σκηνή «Σαράι» (Γρ. Λαμπράκη 23). Ώρα έναρξης: 21.30
Μαζί του η Στέλλα Τέμπρελη στο βιολοντσέλο και ο Κυριάκος Παυλίδης στο βιολί.
Φιλική συμμετοχή στο τραγούδι η Έλσα Μουρατίδου.

Facebook event

Facebook page: Γιάννης Παπαγεωργίου

Ακούστε το τραγούδι του «Σκορπάω» που ερμήνευσε για εμάς:

Το τραγούδι του «Όποιος κάνει πως δεν ξέρει» ακούγεται στο ντοκιμαντέρ «Μόνος ή Αλληλέγγυος;»/ ‘’Solitaire ou Solidaire?» για το Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης της Θεσσαλονίκης (παραγωγή 2016):