Τσάι και… βουτήματα με τον Γιάννη Καλαβριανό

Ο σκηνοθέτης μιλά για τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», τη Θεσσαλονίκη αλλά και την ίδια την αξία της ζωής

 

Συνέντευξη:στον Άκη Σακισλόγλου

Είναι ένα παιδί βγαλμένο από τα σπλάχνα της Θεσσαλονίκης και μάλιστα της λαϊκής της πλευράς, της δυτικής. Ξεκίνησε να γίνει γιατρός, ξόδεψε έξι χρόνια φορώντας τη λευκή μπλούζα κι έπειτα πάτησε φρένο, τα παράτησε όλα και μπήκε στο θέατρο. Ακούγεται τρελό αλλά ο ίδιος το παρουσιάζει φυσικά, ίσως γιατί όσο πολύτιμο είναι να σώζεις ζωές ως ογκολόγος, άλλο τόσο σημαντικό είναι να τις αλλάζεις μέσα από το θέατρο.

Ο Γιάννης Καλαβριανός είναι μια ήρεμη δύναμη. Εφυγε για να δουλέψει στην Αθήνα αλλά πήρε μαζί όλα τα πολύτιμά του: Τους φίλους του και την Τέχνη του. Εκανε σπουδαία πράγματα με την ομάδα «Sforaris» αλλά πάντα είχε το μυαλό του και εδώ, στην πόλη που τον μεγάλωσε.

Κι όπως πάντα έρχονταν εδώ με τις παραστάσεις της ομάδας του, ήρθε και τώρα κάπως μονιμότερα να δουλέψει με το ΚΘΒΕ και σκηνοθετεί τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», της Εμιλυ Μπροντέ, μέχρι το Πάσχα στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Τον ρωτάω για την Θεσσαλονίκη, καθώς ανακατεύει το τσάι του κι αυτός μονολογεί: «Πάντα είχε ένα μεικτό χαρακτήρα, μια σχιζοφρένεια. Από τη μια ήταν δίοδος στην οποία ο κόσμος πηγαινοέρχονταν, από την άλλη διατηρούσε κάτι κλειστό και συντηρητικό. Ηταν καινοτόμα, από εδώ ξεκινούσαν νέα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα είχε μια αγωνία να κρατήσει τα γνωστά της, το ύφος της. Σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι πιο ανοιχτή και δεκτική, έτσι τουλάχιστον τη νιώθω εγώ. Είμαι τέσσερις μήνες εδώ και δουλεύω. Για πρώτη φορά μπαίνει έντονα στο μυαλό μου η ιδέα να γυρίσω, σκέψη που δεν την είχα ποτέ ως τώρα από την μέρα που έφυγα».

Τι σε απωθούσε τόσα χρόνια από την πόλη σου;

«Υπήρχε μια επικρατούσα αισθητική που δεν μου πήγαινε. Πολύ μπουζούκι για τα γούστα μου και πολλή δεξιά. Οχι ότι η δεξιά ήταν το κακό. Η συγκεκριμένη Θεσσαλονικιώτικη, πομπώδης δεξιά ήταν το πρόβλημα. Ηταν λίγο απωθητική ως ύφος. Τώρα η πόλη βρήκε μια κλίμακα μικρότερη και περισσότερο δική της η οποία εμένα μου ταιριάζει. Δεν έχει φωνές, έχει πιο όμορφες και πιο ήσυχες βόλτες, έχει μέρη για να ηρεμήσεις και αυτό το απολαμβάνω, το χαίρομαι…»

Ολοι λένε για τις χαμένες ευκαιρίες της Θεσσαλονίκης. Πώς τις αντιλαμβάνεσαι εσύ;

«Η πόλη αυτή κοιτά μονίμως προς τα κάτω, προς την Αθήνα ενώ θα μπορούσε άνετα να κοιτά προς τα πάνω. Να αποφασίσει να γίνει η πρώτη των πάνω, δηλαδή όλων των Βαλκανίων. Εχει πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με την Αθήνα και αυτή ήταν και η χαμένη της ευκαιρία».

Μετάνιωσες που σπούδασες κάτι άσχετο με το θέατρο;

«Ο,τι κάνουμε στη ζωή μας, με έναν τρόπο γράφει μέσα μας. Δεν έχω μετανιώσει για τις σπουδές στην ιατρική. Καμία σπουδή τέτοιου επιπέδου δεν πάει χαμένη για κανέναν άνθρωπο, έστω κι αν μετά επαγγελματικά δεν ασχοληθεί καθόλου. Ηρθα σε επαφή με έξυπνους και καλλιεργημένους ανθρώπους. Με μυαλά αστραφτερά που ανέβασαν τον πήχη μου πολύ ψηλά από την αρχή. Για παράδειγμα, όταν είσαι πολύ καλός μαθητής δεν έχεις ανταγωνισμό. Περνάς, όμως, στο πανεπιστήμιο και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα μέρος όπου έχεις τεράστιο ανταγωνισμό και κατανοείς πως υπάρχει κόσμος με άλλες προσλαμβάνουσες, άλλη αισθητική. Επίσης μέσα από την ιατρική έμαθα να αναπτύσσω μιαν άλλη μεθοδολογία και συλλογιστική. Μέχρι τότε ήμουν χαοτικός. Το ότι χρειάστηκε να ακολουθήσω ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας με έκανε πιο μεθοδικό, με έκανε να παίρνω γρηγορότερες αποφάσεις, να αντιδρώ ακαριαία και άμεσα κάτω από την πίεση του χρόνου ή την κρισιμότητα ενός περιστατικού. Εγινα ψύχραιμος. Δεν με ταράζουν οι αγωνίες του θεάτρου και οι υστερίες. Οταν έχεις κάνει εφημερίες δύσκολες, με χειρουργεία, τι να σου προκαλέσουν τα προβλήματα και οι αναποδιές σε μια παράσταση…»

Α, έφτασες ως τις εφημερίες;

«Τελείωσα όλη τη σχολή κανονικά, έκανα το αγροτικό μου στο Κιλκίς, έκανα ειδικότητα… Εχω ολοκληρώσει!»

Τι ειδικότητα πήρες;

«Ακτινοθεραπευτική ογκολογία. Ξεκίνησα στο Θεαγένειο και σταμάτησα για να δώσω εξετάσεις στο τμήμα θεάτρου. Μπήκα και ξεκίνησα τη ζωή μου από την αρχή. Αστα να πάνε…»

Ο καρκίνος του θεάτρου ποιος είναι;

«Το κακό σ’ αυτή τη δουλειά είναι πως μαζί με τους εξαιρετικούς ανθρώπους μαζεύει και ναρκισιστικές περιπτώσεις. Είναι μια δουλειά που μαζεύει οξέα περιστατικά. Υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι αλλά και άνθρωποι που βρέθηκαν για χίλιους άλλους λόγους εκτός από το θέατρο. Ειδικά τα προηγούμενα χρόνια που η ιδιωτική τηλεόραση πλήρωνε αδρά, βρέθηκε να σπουδάζει στις σχολές κόσμος ο οποίος είχε κάτι εντελώς άλλο στο νου του. Σήμερα αυτό διορθώθηκε αρκετά. Γιατί όταν κατάλαβαν όλοι πως η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα που δεν σηκώνει για πολλά χρόνια αυτά τα παραμύθια, το σύστημα κατέρρευσε και επέστρεψε στα παλιά μεγέθη».

Αλλαξε κάτι τώρα με το ΚΘΒΕ σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές που κάνατε ανεξάρτητα και ιδιωτικά;

«Ο τρόπος που δουλεύεις δεν αλλάζει. Το πως χτίζεται μια δουλειά από την ιδέα ως την επιλογή των συνεργατών και το στήσιμο, όλα είναι διαδικασία σταθερή. Εμείς είμαστε φίλοι με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη που σπουδάσαμε μαζί, ξεκινήσαμε μαζί, κάναμε την εταιρεία και κατεβήκαμε στην Αθήνα. Οπως δουλεύουμε μόνοι μας, λοιπόν, δουλέψαμε και εδώ, στο ΚΘΒΕ. Το πως μετά «έτρεξε» τη δουλειά το θέατρο, είναι δικό του θέμα. Για μας που έχουμε μάθει να τα κάνουμε όλα μόνοι μας, η συνεργασία μας με το Κρατικό ήταν επιμερισμός εργασίας, ήταν λιγότερη κούραση και άγχος για θέματα που όταν δουλεύουμε μόνοι μας, αναγκαστικά τα κάνουμε εμείς. Ας πούμε, δεν πήγα να βάλω αφίσες εγώ για τα Ανεμοδαρμένα ύψη».

Θα μπορούσες να συνεργαστείς νωρίτερα με το Κρατικό;

«Ολα τα πράγματα γίνονται όταν είναι για να γίνουν. Πριν δέκα χρόνια, ούτε το Κρατικό Θέατρο θα με χρειάζονταν, ούτε κι εμένα θα μου ήταν σημαντική μια τέτοια συνεργασία. Ολα κολλάνε ακριβώς τη στιγμή που και οι δυο πλευρές το θέλουν. Στη ζωή πρέπει να είσαι ευέλικτος και να βλέπεις τις καραμπόλες που δημιουργούν οι συγκυρίες. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι αν δεν είχα πάει στην ιατρική και είχα ξεκινήσει σε αυτή την δουλειά έξι χρόνια νωρίτερα, θα είχα βγάλει περισσότερα χρήματα. Αυτές οι επιτυχίες που κάναμε τόσα χρόνια, αν είχαν γίνει την εποχή της υπεραξίας των αμοιβών και των ακριβών εισιτηρίων, θα μας απέφεραν πολύ περισσότερα λεφτά και θα ζούσαμε λίγο ευκολότερα, δεν θα είχαμε αυτήν την καθημερινή αγωνία για την επιβίωση».

Καλά, αυτό με την υπεραξία στο θέατρο, είναι μεγάλη κουβέντα.

«Θυμάμαι πως όταν πρωτοξεκινήσαμε είχαμε βάλει το εισιτήριο 18 ευρώ! Τώρα δε διανοούμαστε τέτοιες τιμές. Το ΚΘΒΕ έχει εισιτήρια με 5, 8, 10 ευρώ. Το ακριβότερο εισιτήριο είναι 13 ευρώ».

Το κείμενο στα «Ανεμοδαρμένα ύψη» είναι τεράστιο. Δε σε προβλημάτισε η θεατρική μεταφορά του;

«Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι ότι είναι ένα μεγάλο βιβλίο, παγώνεις. Μένεις στις δυσκολίες. Εγώ είπα ότι είναι μια ωραία ιστορία και άρχισα να ψάχνω το πως ακριβώς θα γίνει. Και, βέβαια, για να γίνει έφαγα επτά μήνες. Παίρνεις χαρτί, γράφεις, το πετάς, ξαναγράφεις, ξανασβήνεις. Δεν γίνονται εύκολα τα πράγματα αλλά σιγά σιγά γίνονται. Επίσης δε σκέφτηκα καθόλου το πώς θα το φτιάξω γιατί στη δουλειά μου πάντα ψάχνω να μου αρέσει η ιστορία, από όπου κι αν είναι αυτή. Οταν την βρω, το γράψιμο μου είναι σχετικά εύκολο. Ας μην ακουστεί υπερφίαλο, εννοώ πως θεωρώ το γράψιμο, το κομμάτι της δουλειάς που μου ταιριάζει περισσότερο. Και στην Αθήνα ως «κείμενο» πήγα. Κατέβηκα να δουλέψω ως βοηθός σκηνοθέτη στον Παπαβασιλείου και έδωσα ένα κείμενο που είχα ήδη γράψει. Δεν μου είναι, για παράδειγμα, εύκολος ο χορός αλλά το γράψιμο μου είναι…»

Γιατί να δει το κοινό τα «Ανεμοδαρμένα ύψη»;

«Ρωτάνε καμιά φορά τους ορειβάτες γιατί θέλουν να ανέβουν σε μια κορυφή και αυτοί απαντούν: Γιατί είναι εκεί έξω. Υπάρχει! Δεν μπορώ να δώσω συμβουλές για την παράσταση αλλά μπορώ να προτρέψω να την δούνε γιατί… υπάρχει! Ο καθένας πάει για διαφορετικούς λόγους να δει ένα έργο: από περιέργεια, γιατί το έχει διαβάσει, για τους ηθοποιούς, για το θέατρο ή και έτσι απλά, χωρίς λόγο. Εμένα, λοιπόν, το έργο αυτό μού έκανε κάτι. Κόλλησα. Μου πήρε το κεφάλι και είπα θα το κάνω να πάρει κι άλλων το κεφάλι».

Το έκανες λίγο και για να αποκαταστήσεις την τιμή της συγγραφέως που είναι κάπως αδικημένη σε σχέση με την επιτυχία της αδελφής της στο «Τζέιν Έιρ»;

«Για να καταλάβεις, το Τζέιν Έιρ είναι ένα έργο που εγώ το σιχαίνομαι. Δεν το μπορώ με τίποτα».

Εγώ και το «Ανεμοδαρμένα ύψη» το σιχαίνομαι!

«Κοίτα, είναι ένα πολύ άγριο έργο. Οι άνθρωποι εδώ είναι πολύ περίεργοι, ζαβοί, ελλατωματικοί, δύσκολοι».

Μήπως έτσι είμαστε όλοι, απλώς δεν το βγάζουμε προς τα έξω;

«Τι δεν είμαστε άραγε; Είμαστε όλα. Αυτοί οι άνθρωποι στο έργο θέλησαν να ευτυχήσουν και δεν τα κατάφεραν. Ο έρωτας δεν ήρθε στο σωστό σημείο. Ε, ελλατωματικοί θα είναι…»

Είμαστε ικανοί να φτάσουμε κι ως το έγκλημα δηλαδή;

«Φυσικά. Οταν παλιά με την ομάδα κάναμε μια παράσταση με θέμα εγκλήματα μέσα στην οικογένεια και ήρθαμε σε επαφή με ανθρώπους που έκαναν τέτοια εγκλήματα, πείστηκα ότι εν δυνάμει μπορούμε να διαπράξουμε έγκλημα όλοι. Ηταν σοκαριστικό να μιλάς με κάποιον μέσα στη φυλακή και και να σου λέει πως ναι, σκότωσα έναν άνθρωπο… Πήγαμε να παίξουμε σε μια φυλακή στα Χανιά και στο διάλειμμα έρχεται ένας άνθρωπος και μας λέει παιδιά ευχαριστούμε που έρχεστε εδώ και αρχίσαμε να μιλάμε οπότε κάποια στιγμή τον ρωτάω πως και δουλεύει στις φυλακές και μου λέει δεν δουλεύω, είμαι μέσα. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό. Ηταν ένα κανονικό παιδί σαν εμάς και τον ρώτησα περισσότερο στο στυλ: καλά από όλες τις δουλειές του κόσμου, δεσμοφύλακας επέλεξες να γίνεις και μου λέει: είμαι ισόβια, σκότωσα άνθρωπο. Μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Τον ρωτήσαμε πως και μας είπε… έγινε. Συνέβη».

Εσύ θα μπορούσες να σκοτώσεις; Το έχεις νιώσει;

«Ναι, ήρθε μια στιγμή στη ζωή μου που είπα πως θα μπορούσα να σκοτώσω».

Το ότι δεν το έπραξες, σε έκανε καλύτερο άνθρωπο;

«Με έσωσε από μπελάδες. Δεν ξέρω αν αυτός που σκότωσε έγινε χειρότερος. Ενιωσα ότι είχα μια τέτοια προσωπικότητα η οποία στο κρίσιμο σημείο με έσωσε. Κατέβασε τον διακόπτη. Κάποιοι άλλοι άνθρωποι μπορεί να το πράξουν. Εγώ, για παράδειγμα, μέσα από την ιατρική, εξέλαβα την αξία της ζωής ως την υπέρτατη αξία. Καμία σχέση με όλες τις άλλες αξίες. Είναι η ζωή και όλα τα υπόλοιπα. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει έγκλημα τιμής. Η ζωή είναι αυταξία από μόνη της. Είναι πάνω από την τιμή, από την πατρίδα, από όλα. Ε, με τέτοιο υπόβαθρο, ο δικός μου διακόπτης την κατάλληλη στιγμή κατέβηκε. Για έναν άλλον άνθρωπο, απλά συνέβη. Πέρασε το χαντάκι, δεν υπήρξε διακόπτης ασφαλείας για να κατέβει. Εχουμε όλοι μια πορεία που καθορίζει τις επιλογές μας. Εχουμε γονείς, έχουμε παρελθόν, εμπειρία, ηθική, άλλοι έχουν μια πίστη, μια θρησκεία, κάτι που άλλους τους κάνει να πάνε δεξιά και άλλους αριστερά».

Τώρα που το παιδί που λέγεται «Ανεμοδαρμένα ύψη» έφυγε από πάνω σου και μπουσουλάει, τι ετοιμάζεις;

«Θέλουμε να δούμε πώς θα πάει εδώ η παράσταση και αν μπορέσουμε να την κατεβάσουμε στην Αθήνα. Το Κρατικό Θέατρο έχει τους δικούς του τρόπους, δεν είναι σαν κι εμάς που απλώς τα μαζεύουμε και πάμε. Παράλληλα, ετοιμάζω δύο ακόμη πράγματα. Θέλω να κάνω τον Φρανκεστάιν και αρχίζω να ετοιμάζω και μια κωμωδία που είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο θέλω πολύ να κάνω στο θέατρο. Θέλω πολύ να κάνω μια κωμωδία τώρα».

… Ενας επίλογος «επί προσωπικού»

Η συζήτηση ολοκληρώνεται. Δεν ήταν μεγάλη. Ούτε είκοσι λεπτά μεικτού χρόνου στο κασσετοφωνάκι. Είναι μικρή γιατί χάσαμε αρκετό χρόνο νωρίτερα σε μια κουβέντα απρόσμενη με τον Γιάννη. Συνέβη το εξής (προσωπικό και άσχετο με την παράσταση): Εγώ τον Καλαβριανό τον έμαθα σαν «Αθηναίο»! Η ομάδα «Sforaris» με έκανε φαν της κι όποτε ανέβαζε κάτι, παρακαλούσα να έρθει και στη Θεσσαλονίκη να το δω. Σύντομα κατάλαβα ότι τα παιδιά είναι από πάνω. Πατριωτάκια. Μέχρι εκεί, όμως. Φιλοξένησα τον Γιάννη δύο φορές σε ραδιοφωνικές εκπομπές αλλά δεν το έφερε η κουβέντα να επεκταθούμε στο θέμα της καταγωγής. Κάποια στιγμή πριν την αρχή της συνέντευξης, μου λέει: «Διαβάζω στο Facebook ότι είσαι από την Ευκαρπία. Είχε εργαστήρι ζαχαροπλαστικής εκεί ο πατέρας μου»! Είναι καταπληκτικό αυτό που ένιωσα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβα ποιον εννοεί, ποιος ήταν ο ίδιος και η καταπληκτική του οικογένεια. Γιατί από το εργαστήρι «Γιάννης – Νίκος» εγώ ως πιτσιρικάς έχω πολύτιμες μνήμες. Χωριό τότε η Ευκαρπία, γυρνούσαμε όλη μέρα στους δρόμους από έξι – επτά χρονών. Στο εργαστήρι μπαίναμε χωρίς καν να ρωτάμε. Μας ήξεραν όλοι. Μας κερνούσαν γλυκά, κάναμε πως βοηθούσαμε και με τον αθόρυβο τρόπο που τα παιδιά κινούνται μέσα στους χώρους των ενηλίκων, ακούγαμε και μαθαίναμε τα πάντα. «Σκανάραμε» χαρακτήρες, κρίναμε συμπεριφορές, μαθαίναμε και μεγαλώναμε.

Ενιωσα να συμπληρώνονται τα κομμάτια του παζλ της σχέσης μου με τον Γιάννη. Κατάλαβα γιατί μου αρέσει τόσο η δουλειά του στο θέατρο αλλά και ο ίδιος ως προσωπικότητα και στάση ζωής μέσα στην Τέχνη του. Μου αποκαλύφθηκε η «συγγένεια» που έχω μαζί του, χωρίς να τον γνωρίζω. Μόνο και μόνο μέσα από τα κοινά πράγματα που παράλληλα ζήσαμε σε εκείνο το εργαστήρι στην Ευκαρπία.

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να πάω μια μέρα στο Κορδελιό, στο εργαστήρι του πατέρα του που συνεχίζει να δουλεύει. Ελπίζω να το κάνω. Το άρωμα από τα βουτήματα, έτσι όπως ψήνονται, μου φέρνουν ακόμα στο νου εκείνα τα χρόνια, τα ωραία, τα ξένοιαστα.

Α.Σ.