Η Αυλή των Θαυμάτων

Από τη Μονή Λαζαριστών…στην Αθήνα του ’57

Σε μια αυλή γεμάτη…θαύματα μεταμορφώθηκε η  θεατρική σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, στη Μονή Λαζαριστών, κατά τη χειμερινή θεατρική σεζόν και μας γύρισε 60 χρόνια πίσω…

Στην Αθήνα μιας άλλης εποχής, λίγο πριν τις πολυκατοικίες, στις αυλές με τα νοικιασμένα δωμάτια, με ανθρώπους γεμάτους όνειρα και άδειες τσέπες, σε μια χώρα γεμάτη ακόμα με τις ανοιχτές πληγές της από τον Β’ Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Όνειρο όλων: ένα εισιτήριο για την Αυστραλία και ως τότε, ένα μεροκάματο για την αυριανή μέρα.

Η Αννετώ που έχει άποψη για όλα και καυχιέται για τον Εγγλέζο γαμπρό της για να μην κλάψει που ένας φτωχός Άγγλος στρατιώτης πήρε την κόρη της μίλια μακριά, ο αφελής (;) Στέλιος που η ανεργία και η αγάπη μα και ντροπή απέναντι στη καλοαναθρεμμένη, ρωσικής καταγωγής γυναίκα του Όλγα, στον οδηγεί στην μάταιη αναζήτηση εισοδημάτων από τον τζόγο, ο Μπάμπης που όταν έχει μεροκάματο φέρεται στη γυναίκα του σαν βασίλισσα και οι οικονομίες του για την Αυστραλία εξατμίζονται όταν κλείνει εισιτήριο πιστεύοντας κάποιον από τους απατεώνες της εποχής, η Μαρία που ίσως και να παραμένει  πιστή σε έναν ναυτικό άφαντο σύζυγο, η όμορφη και ξένοιαστη Ντόρα που περιμένει να γίνει κινηματογραφική σταρ, ο Στράτος, ο νεοφερμένος υδραυλικός που η άφιξη του αποδεικνύεται μοιραία και ο Ιορδάνης, που δε κατεβαίνει από το ταρατσάκι του μέχρι και την τελευταία στιγμή, γιατί, όπου και αν πάει… «θα μας διώξουν, πάλι θα μας διώξουν» φωνάζει, κουρασμένος από ξεριζωμούς και προσφυγιές.

Και μέσα σε όλα αυτά μηχανικοί πάνε, έρχονται, μετράνε και….προειδοποιούν, μα η αυλή έχει τους δικούς της καημούς….

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήξερε να πιάνει τον παλμό του μέσου Έλληνα, του μέσου εργάτη, του μέσου φτωχού, να μιλάει για τον πόνο του και για τα βάσανα της χώρας του, γι’ αυτό και παραμένει πάντα επίκαιρος. Το απέδειξε άλλωστε και αργότερα, το 1972, με «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», μια παράσταση αγαπημένη και ευφυή, που για μένα προσωπικά δεν την ξεπέρασε η «Αυλή».

Η σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου, η μουσική του Διονύση Τσακνή, οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου, τα κοστούμια και τα σκηνικά της Ιουλίας Σταυρίδου και οι υπόλοιποι συντελεστές κατάφεραν να μας μεταφέρουν από τα δυτικά της πόλης στην Αθήνα του ’57, σε μια άλλη, τόσο διαφορετική μα και, τόσο όμοια εποχή με τη δική μας. Άλλωστε, και αν αλλάζουν οι πόλεις, οι δρόμοι, οι γειτονιές, τα σπίτια, τα πρόσωπα, τελικά οι καημοί, οι επιθυμίες και τα όνειρα παραμένουν σχεδόν σταθερά, μεγάλα, ελπιδοφόρα και αισιόδοξα, στο πέρασμα των δεκαετιών, ότι που θα πάει, «εκεί που θα πάμε, θα είναι καλύτερα»…

Πηγές πληροφοριών παράστασης: http://www.ntng.gr